“Θα άντεχε άραγε κανείς στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με ένα ψάρι στην κοιλιά; Με ένα ολοζώντανο μπαρμπούνι να κολυμπάει μέσα τους, την ώρα που το δικό τους στομάχι το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να πολτοποιεί ό,τι το ταΐσουν και να το πετάει στο έντερο για αφόδευση. Βρέθηκε ποτέ κάποιος να τρέχει με γυμνά πέλματα σε ψαρόνερα, κουβαλώντας μια ατόφια επιθυμία;” (σελ. 37)
Τα τελευταία χρόνια αρκετοί πρωτοεμφανιζόμενοι λογοτέχνες μας έχουν εκπλήξει ευχάριστα με τα γραπτά τους. Διακρίνουμε μια προσπάθεια να προσεγγίσουν τη λογοτεχνία σοβαρά, με αξιώσεις, κουβαλώντας μια σκευή που μπορεί να είναι οι σπουδές τους στο πεδίο αυτό (ή αλλού), αλλά ίσως (και κυρίως) η παρατήρηση του κόσμου γύρω τους.
Η Ελισάβετ Φωτοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990, σπούδασε Κινηματογράφο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η συλλογή μικροδιηγημάτων “Στη γύρα” είναι το πρώτο της βιβλίο. Σύντομα διηγήματα, μέχρι τρεις σελίδες το καθένα, που στο τέλος τους μερικές φορές συνοδεύονται από ένα σχέδιο, αποτυπώνουν στιγμές, φέρνοντας σε πέρας μικρές ιστορίες, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό που δεν κουράζει, αλλά μάλλον φανερώνει γνώση από την παρατήρηση αυτού που συμβαίνει “στη γύρα” εκεί έξω – και μάλιστα με αντιστροφή των αριθμών.
“Στο ασανσέρ”, “Στο καφέ”· “Στο γραφείο”, “Στο μίνι μάρκετ”, στην τράπεζα, “Στην Ακρόπολη”· “Στην ψαραγορά” (απ’ όπου και το εξώφυλλο)· “Στο σουβλατζίδικο”, “Στο σαλόνι”, “Στο μπάνιο”· στο κάπως έμμετρο (με ομοιοκαταληξία) και τρυφερό νησί· “Στον αγώνα”· “Στη χωματερή”· “Στην αρχή” και “Στο τέλος” (τα δύο τελευταία είναι μια παιγνιώδης άποψη για τη λογοτεχνία και μια προειδοποίηση) είναι ενδεικτικά οι τίτλοι μερικών από τα 30 διηγήματα της συλλογής.
Όλα τα διηγήματα είναι καλογραμμένα κι έχουν κάτι να πουν, ένα “μήνυμα στο μπουκάλι” (message in a bottle), ίσως, για όποιον είναι έτοιμος/η να το δεχτεί. Άλλωστε η λογοτεχνία, για να προσθέσουμε και τον δικό μας κοινότοπο ορισμό, είναι επίσης επικοινωνία.
Για το τέλος, ένα ακόμη απόσπασμα:
“Η γιαγιά μου, πάντως, δεν φοβάται τον δυναμίτη. Ξέρει πως δεν θα φέρει Τούρκους, δεν θα τη βάλει να κάνει τον σταυρό με τέσσερα δάκτυλα, δεν θ΄ αρπάξει τον τενεκέ με το λάδι, δεν θα προδώσει το μυστικό της για τον Ιταλό, δεν θα ρωτάει τι είναι Μέκκα, ούτε θα θυμίσει σε κανέναν πως η μύτη της ήταν κάποτε γαμψή. Βλέπει μια λάμψη στη ροή της Ιστορίας, που οφείλει κάπως να εκραγεί” (σελ. 91)










