Παννυχίδα πυκνή και ζεστή

χώμα μητέρας μυρωδάτο

απύθμενο το βάθος του άπειρου

στα φτερά της αβύσσου υπνώττει

το αγέννητο μέλλον ως δυνατότητα

ο κόσμος μας όλος με ονόματα πράγματα

μια άμορφη ιδέα που δεν έγινε σκέψη

ένα αόριστο νέφος που δεν είχε ψυχή.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Η διαφορά της πρόσφατης από τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του πολυγραφότατου πανεπιστημιακού-ακαδημαϊκού και Λογοτέχνη Βάλτερ Πούχνερ εντοπίζεται ακριβώς σε αυτό το λυρικό στοιχείο νοσταλγίας της μυθοποιημένης (αλλά όχι απαραίτητα ωραιοποιημένης) παιδικής ηλικίας, που επανέρχεται ως τόπος επαναδιευθέτησης των όποιων μνημονικών ιχνών προκειμένου να εμπλουτιστεί τόσο το ατομικό όσο και το συλλογικό φαντασιακό δυναμικό, που άλλως πως «υπνώττει» (όπως λέει ο διακεκριμένος Ποιητής Βάλτερ Πούχνερ στο ποίημα που επιλέγει ως αντιπροσωπευτικό της συγκεκριμένης ποιητικής εσοδείας).

Η όλη αισθητική του βιβλίου (συμπεριλαμβανομένου του εξωφύλλου) συνάδει με την ενότητα μορφής-περιεχομένου που επιλέγει ο διεθνής σύγχρονος δημιουργός Πολιτισμού που και ως Καθηγητής και ως Ομότιμος-Επίτιμος πλέον εξακολουθεί συστηματικά να υπηρετεί τα ίδια ιδανικά που τον ενέγραψαν στην Ελλάδα ως δημιουργικό κύτταρό της, αλλά και ως συνειδητό «πολίτη του κόσμου».

Απολαμβάνω όπως πάντα τη λελογισμένη αρχιτεκτονική δομή των ολοκληρωμένων αφηγήσεων, έτσι όπως στεγάζονται σε μορφή βιβλίου (ανάγκη αποκοπής του ομφάλιου λώρου ίσως)…

Πέντε ενότητες (από το Α’ έως το Ε’) με τον αναγκαίο για τον μελετητή (και) κριτικό και του ίδιου του τού έργου εμπεριστατωμένο αλλά λακωνικό επίλογο (στις σελίδες 49 έως και 51).

Αφού μελέτησα επί μακρόν το εν θέματι πόνημα, επιλέγω να ανθολογήσω συγκεκριμένα αποσπάσματα που συγκροτούν ένα άλλο προσωπικό μετα-ποίημα (ένα σπάραγμα από κάθε ποιητική ενότητα-κραυγή):

[…]

Μέρος κορμιού της μάνας των πάντων

όλο αίσθημα κι αφή, δεν αποσπάστηκα

[…]

Σπίτι χωρίς επίσκεψη, στέρνα δίχως νερό

μουσαφίρης θα μπεις νοικοκύρης θα βγεις

[…]

Οξύς ο πόνος δεν μαλακώνει με τον καιρό

τα εμβατήρια διακόπτονται από κραυγές

[…]

Ένα τίποτα λησμονημένο που ζει από τη σκέψη σου

μια ιδέα που χάθηκε, πεθαίνει δεύτερη φορά.

[…]

Εκεί που δε φτάνει η εμπειρία αλλά μονάχα η

                                                            σκέψη

στέκονται απώτερη βάση και αρχή οι μητέρες

νέες μεσήλικες γερόντισσες όλες εγκυμονούσες

με κοιλιές μικρές μεγάλες του μέλλοντος τοκετού

κι ένα μωρό στο στήθος κι ένα παιδί απ’ το χέρι

με το στόμα ανοιχτό και τα χείλη σφιγμένα

τα μάτια κλειστά ηδονικά σιωπηλή η γλώσσα

βυζαίνουν τους μύριους μαστούς της μάνας Γαίας

δεν έχει μορφή δεν έχει φωνή παντού παρούσα

οι κηφήνες νεκροί μόλις στερέψει το σπέρμα

δεν έχουν άλλη ζωή δεν χρειάζονται πλέον.

Οι πολλαπλές αναφορές στον θηλασμό δεν έχουν ψυχαναλυτική στόχευση μήτε προδίδουν κάποια προσκόλληση σε προγενέστερο στάδιο εξέλιξης, αλλά αφορούν μάλλον έναν κοινό τόπο αναφοράς της παγκόσμιας λογοτεχνίας από καταβολής Σύγχρονου Πολιτισμού.

Στον Δυτικό μας Πολιτισμό, Μάννα-Τροφός-Σύζυγος και πιστή ερωμένη συμφύρονται ενδεχομένως στο ίδιο πρότυπο της ομηρικής Πηνελόπης δημιουργώντας κάποιο πελασγικό μεσογειακό στερεότυπο.

Σίγουρα η ελεύθερη χρήση της ελληνικής γλώσσας σε όλη τη διαχρονία της οδηγεί τον Καθηγητή που γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη να διαμορφώνει και να εξελίσσει διαρκώς μία ιδιαίτερη ιδιόλεκτο, όπου παραδείγματος χάριν αντί του λογίου ρήματος «θηλάζω» επιλέγει συνειδητά το λαϊκότερο «βυζαίνω» κι αυτή δεν είναι η μοναδική αμαγλαματοποίηση στην οποία προβαίνει ο δημιουργικός συγγραφέας στα πρωτοτύπως υβριδικά γραπτά του, που υπερβαίνουν τις ειδολογικές κατατάξεις τού περασμένου εικοστού αιώνα. Ούτως ή άλλως το πεπερασμένο του Επιστητού που δεν είναι συνώνυμο της Γνώσης οδηγεί και τον Φάουστ του Γκαίτε στην υπέρβαση κάθε ακαδημαϊκού σχολαστικισμού. Ο Βάλτερ Πούχνερ είναι μοναδικός και αμίμητος. Δεν έχει μαθητές ή ακολούθους, δεν έχει δημιουργήσει «σχολή» ποιητικής γραφής, όσο κι αν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ελάχιστους εισαγωγής της θεατρολογικής επιστήμης στην Ελλάδα. Λαογράφος επίσης, μελετά τα αμιγώς λαϊκά (θα λέγαμε «προπατορικά») γονιμολατρικά δρώμενα και εξομοιώνει διαφόρους γλωσσικούς τύπους πέρα από κάθε υπόνοια αυτολογοκριτικής «πολιτικής ορθότητας». Είναι αυθεντικός κι απαρόμοιαστος. Κάθε βιβλίο του μία ψηφίδα σε ένα έργο ζωής εν εξελίξει.

Τον παρακολουθώ συστηματικά εκ του σύνεγγυς από το 1990 κι εξακολουθεί πάντοτε να με εκπλήσσει. Ίδωμεν εν καιρώ.

Ας αναμένωμεν την επομένην εκδήλωσιν του πνευματικού του οίστρου.