Ο εκδότης Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης ως επιμελητής συνυπογράφει τέλεια, καλαίσθητα, ευθύβολα κι εύστοχα. Συμβάλλοντας στην αποτελεσματική ανανέωση του πολιτιστικού μας πεδίου, μάς συστήνει καινούργια πρόσωπα, που μαρτυρούν επίπονες, πολύχρονες, εκτεταμένες σπουδές σε πολλά διεπιστημονικά, ακαδημαϊκά πεδία επαληθεύοντας την αναγεννησιακότητα του διαχρονικού Ελληνικού Πνεύματος που δόξασε πρώτος ο ραψωδός Όμηρος. Σύγχρονοι «Οδυσσείς» περιπλέουν με τον δικό τους εξατομικευμένο τρόπο τα βένθεα αλός, το ερεβώδες Συλλογικό Ασυνείδητο προκειμένου να ανασύρουν εξαγνιστικούς καθαρτήριους σπόγγους αλλά και θησαυρούς από εκείνους που μόνον η ερεβώδης ενεργοπληροφοριακή «θάλασσα» καλώς κατέχει πώς να κρατάει στον μυχό της αποδίδοντάς τους μόνον σε εκείνους τους θεράποντες της Υψηλής Τέχνης της Ποιήσεως που εγγυώνται σοβαρές καταγραφές, εγγραφές στο Υποθηκοφυλακείο των Ιδεών σύμπαντος Κόσμου.
Ο υψηλόβαθμος Δικαστικός Λειτουργός που πρωτοεμφανίστηκε μόλις στα Ελληνικά Γράμματα και φέρει το συμβολικό αλλά απολύτως κυριολεκτικό όνομα Δήμος Χρυσός, μας επιτρέπει να αναθαρρήσουμε για το μέλλον της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε αντιπνευματικούς, υλιστικούς, δυσοίωνους καιρούς. Οι πάσης φύσεως διαφαινόμενες δυστοπίες αίρονται αυτομάτως ευθύς μόλις βυθιστείς αυθορμήτως σε αυτό το πέλαγος ιδεών, μορφών αισθητικών, ρυθμών αρμονικών, λόγων τελεστικών, ένθα η απομάγευσις δεν συντελείται μήτε καν διά της επισήμου επιστημονικής σκέψεως. Αντιθέτως, ο ακαδημαϊκός τρόπος διαχειρίσεως της πρώτης βιωμένης ύλης, εξασφαλίζει τον εμπεριστατωμένο (από πραγματολογικής πλευράς) τρόπο μεταστοιχειώσεώς του σε ένα πρώτης τάξεως παρα-μυθικό υλικό για απογειωμένες αλλά και προσιτές μυθοπλαστικές υπερβάσεις.
Διά του Λόγου το α-Ληθές, όμως, σας παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα ενδεικτικού ύφους τε και ήθους, δεδομένου ότι –σύμφωνα με την αριστοτελική ρήση– Ηθική κι Αισθητική είναι συγκοινωνούντα δοχεία:
“[…] Το φεγγάρι έλαμπε ψηλά σε καθαρό ουρανό, αλλά ελάχιστο φως έφτανε στο εσωτερικό του δάσους, καθώς τα πολύ πυκνά δέντρα δημιουργούσαν έναν δεύτερο κλειστό ουρανό. Η οργή του μεγάλωνε, γιατί, όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να πλησιάσει τον παράξενο άγνωστο, που κρυβόταν από δέντρο σε δέντρο μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο δάσος.
Κάποια στιγμή τον έχασε εντελώς και σταμάτησε για λίγο λαχανιασμένος προσπαθώντας να διαπεράσει με τα μάτια του το σκοτάδι. Η σκοτεινή μορφή βγήκε τότε πίσω από ένα δέντρο και στάθηκε ακίνητη απέναντί του σε απόσταση 10 οργιών. Για μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο, από τη μια ο Στάλκας, ο τρομερός πολεμιστής και αμείλικτος φονιάς, και από την άλλη ο θεός του ποταμού.
Η σκοτεινή μορφή άρχισε να κινείται προς τον Στάλκα, που πνίγηκε ξαφνικά σε μια σκοτεινή πράσινη θάλασσα, αφού τα πάντα γύρω του άρχισαν να ζωντανεύουν και να κινούνται. Η μορφή συνέχισε να πλησιάζει και ο Στάλκας πρόλαβε να αντικρίσει ένα τεράστιο χαμογελαστό πρόσωπο. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που είδε. Ήταν ο ενδέκατος της ομάδας που πέθαινε. Στο σημείο που στάθηκε για τελευταία φορά απόμειναν το σπαθί και το μαχαίρι…
…Ο Ιξίονας ακολουθούσε μαγεμένος τη σχεδόν φανταστική φωνή που τον καλούσε στα βάθη του δάσους. Μετά από λίγο άρχισε να την ακούει καθαρότερα. Ήταν ένα απαλό χαρούμενο τραγούδι από φωνή σχεδόν ξωτική. Κι όταν πλησίασε κι άλλο, μπόρεσε να ξεχωρίσει την ύπαρξη περισσότερων φωνών που εναλλάσσονταν διαδοχικά, πότε συνηχώντας και πότε αφήνοντας παύσεις. Ποτέ δεν είχε ξανακούσει κάτι τόσο όμορφο. Η απόσταση μίκραινε και το τραγούδι ακουγόταν όλο και δυνατότερα. Ήταν μια θεϊκή ωδή, ένας ύμνος στην ομορφιά. Συνέχισε να πλησιάζει και τότε αντιλήφθηκε μια περίεργη λάμψη να σκορπίζεται από την ίδια κατεύθυνση που ερχόταν ο ήχος. Η λάμψη ερχόταν από ένα μεγάλο ξέφωτο που δε θυμόταν καθόλου να είχαν συναντήσει.
Το θέαμα μπροστά στο οποίο έφτασε ήταν εκπληκτικό. Νεαρές κοπέλες με σχιστά μάτια, μυτερά αυτιά και λείο φωτεινό δέρμα χόρευαν με τρόπο μυστηριακό, φορώντας λευκά αέρινα υφάσματα και έχοντας λουλούδια στα μαλλιά. Η εξωτική τους ομορφιά ήταν εκθαμβωτική! Ήταν οι νύμφες του δάσους.
Το μεγάλο ξέφωτο ήταν όλο φωτισμένο. Όμως, το φως δε φαινόταν να έρχεται από πουθενά. Δεν υπήρχε φωτιά ούτε δαυλοί ούτε άλλη πηγή. Το φως απλώς υπήρχε παντού.
Στο κέντρο του ξέφωτου στέκονταν σε έναν μικρό κύκλο οι νύμφες, που ηδόνιζαν τον αέρα με το τραγούδι τους και ανάμεσά τους, μία από αυτές, με γυρισμένη την πλάτη, καθόταν σε έναν σκαλισμένο κορμό.
Η ομορφιά του θεάματος ήταν τέτοια που συγκλόνισε τον Ιξίονα και του θύμισε τη χαμένη ομορφιά της δικής του ζωής, τότε που ο κόσμος ήταν γεμάτος θαύματα. Τα τελευταία του χρόνια ήταν πνιγμένα στη βία και τη σκληρότητα. Όμως, υπήρξε μια εποχή που ήταν ευτυχισμένος. Η εποχή που ήταν με κείνη… Η εποχή που χανόταν στα μάτια της… Η εποχή που όλα είχαν έναν σκοπό κι ένα νόημα… Και υπήρχε η ομορφιά στη ζωή του…
Τα γλυκά τραγούδια συνεχίζονταν. Τα φορέματα των νυμφών άλλαζαν με μαγικό τρόπο χρώματα, καθώς αυτές χόρευαν στο διάχυτο φως. Και τα δέντρα στις άκρες του ξέφωτου θέλησαν να συμμετάσχουν στη γιορτή αφήνοντας χοντρές στάλες δροσιάς να κυλάνε αργά και να στάζουν από κάθε κλαδί και φύλλο. Το δάσος έγινε κρυστάλλινο.
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο του Ιξίονα…
Τότε άκουσε το κλάμα και κατάλαβε τι κρατούσε στην αγκαλιά της η νύμφη που καθόταν στο κέντρο. Το μωρό. Αυτό που έπρεπε να σκοτώσει. Ένα μωρό σαν το δικό του. Που το σκότωσαν άνθρωποι σαν κι αυτόν. Όχι, δεν μπορούσε να αγγίξει, δεν μπορούσε να μολύνει αυτή την ομορφιά. Όμως, έπρεπε να σκοτώσει το μωρό και θα το έκανε. Μα, πού πήγε, ανάθεμά την, η αγάπη που κάποτε τον έκανε να ανατριχιάζει; Σιχάθηκε τον εαυτό του που δεν μπόρεσε να θυμηθεί το πρόσωπό της. Γιατί σταμάτησε να χτυπάει αυτή η καρδιά; Γιατί ενώ είχε πεθάνει, το σώμα του εξακολουθούσε να σέρνεται; Έπρεπε να σκοτώσει το μωρό και θα το έκανε. Και όποιον άλλο τού αντιστεκόταν. Μόνο εκείνη τον έλεγε «λουλούδι μου»… Πού πήγε η αγάπη που μεταμόρφωνε τον κόσμο; Το μωρό-δαίμονας πρέπει να πεθάνει… Μπορούσες να νιώσεις τη ζέστη να πλημμυρίζει τα πάντα… Να πλημμυρίζει τα πάντα… Να πλημμυρίζει τα πάντα… Η νύμφη που στεκόταν στο κέντρο, με το μωρό στην αγκαλιά, γύρισε και τον κοίταξε. Είχε το πρόσωπο της γυναίκας του. Ο Ιξίονας έσφιξε δυνατά στο χέρι του το σπαθί του και την επόμενη στιγμή έχασε το μυαλό του” (σελίδες 114-117).
Οι λογοτεχνικές αρετές είναι έκδηλες στο επιλεχθέν απόσπασμα, τόσο στη μαγική ενατένιση ενός Αόρατου Κόσμου διαισθήσεων-μεταισθήσεων όσο και προς την τολμηρή διαχείριση του Άρρητου, του Άφατου, του εν πολλοίς Αγνώστου, του οιονεί μη Επιστητού, που είναι επακριβώς το αντικείμενο της Ποιήσεως.
Ο νοησιαρχικός τρόπος αντίληψης της «Πραγματικότητας» επαναφέρεται σε ένα προβιομηχανικό στάδιο ανώτερης πνευματικότητας, που τείνει προς τα ανώτατα αιθερικά πεδία με έναν τρόπο καθαρά νεοπλατωνικό.
Γειωμένος ρομαντισμός, νεοκλασικισμός, συνδυασμένος με το Ά-Λογο ορθολογισμός, ποιητική πεζογραφία υψηλών προδιαγραφών, παγκοσμίου βεληνεκούς.
Αξιομνημόνευτος κατατεθειμένος Λόγος, αξιοβράβευτος ο επίμονος κι επιτελεστικός καλλιεργητής του.
Παρόμοιες λογοτεχνικές επιδόσεις σπανίως ανακαλύπτουμε ήδη από το πρώτο βιβλίο.










