«Έπειτα το όνειρο σβήνει και ο χρόνος βαθαίνει. Έχει σκορπιστεί στο αχρονικό, απέραντο σύμπαν του ασυνειδήτου, εκεί όπου ταξιδεύουν όλα τα σπέρματα των αέρινων πραγμάτων που νοσταλγεί ο άνθρωπος, πριν σωπάσει για πάντα κάθε ήχος ζωής, σπέρματα που συλλαμβάνονται από λεπτές, γαλαζωπές μήτρες νεφών, κυοφορούνται και μια μέρα γεννιούνται. Κάπου εκεί ταξιδεύουν όλα, κάθε μορφή και κάθε μνήμη – ο ίλιγγος και η φωνή των κυμάτων» (σελ. 414)
Από το πρώτο βιβλίο του που διαβάσαμε, τον «Διαβήτη του Πλάτωνα», ο (δικηγόρος) Γιάννης Γρηγοράκης έχει αποδείξει την ικανότητά του να κινείται ανάμεσα σε διάφορες χρονικές περιόδους και το σήμερα. Επιπλέον, στα τελευταία βιβλία του, «Η καταιγίδα έρχεται, συνέχισε να τρέχεις», «Τέταρτος κόσμος», «Κόκκινο και λευκό», ακόμη και στο «Αληθινοί και Ονειροπόλοι», έμοιαζε να πιάνει με τις συγγραφικές του κεραίες μια εικόνα του κόσμου που έρχεται. Στο νέο του μυθιστόρημα, «Ο άνεμος κόπασε», πρωταγωνιστούν τρεις πόλεις –Θεσσαλονίκη, Λονδίνο, Παρίσι–, αλλά η πρώτη είναι στο επίκεντρο της αφήγησης και η μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους Εβραίους κατοίκους-δημότες της. Η υπόθεση δένεται γύρω από τον Οδυσσέα Ειρήνη (Μπλαντ), γεννημένο στη Θεσσαλονίκη το 1935, αλλά μεγαλωμένο στην Αγγλία από την αδελφή της μητέρας του, που πέθανε στη γέννα, και τον άνδρα της, το ζεύγος Σόφι και Άντριου Μπλαντ. Από 12 χρονών ο Οδυσσέας μεγαλώνει στο μεταπολεμικό Λονδίνο κι όταν αποκτήσει την πρώτη του φωτογραφική μηχανή θα αρχίσει η σύνδεσή του με τον κόσμο των εικόνων. Θα σπουδάσει κινηματογράφο και η αγάπη του για αυτόν θα τον οδηγήσει, σχεδόν αναπόφευκτα, στο Παρίσι.
Είναι η εποχή της μεγάλης διαδήλωσης για την Αλγερία, την οποία θα αποτυπώσει με τον φακό του∙ θα συνεχίσει να γυρίζει σκηνές από την καθημερινή ζωή, να γράφει σενάρια και να γυρίζει μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες, μερικές από τα οποίες θα βρουν παραγωγό, χωρίς όμως εισπρακτική επιτυχία. Στο Παρίσι θα μείνει μέχρι το 1982, οπότε θα επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα και στη Θεσσαλονίκη. Πιο γνωστός ως σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση, στην Ελλάδα και στη Γαλλία, στη γενέτειρά του θ’ ασχοληθεί και με το θέατρο, συμμετέχοντας σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και μαθητεύοντας στον ρόλο του ηθοποιού. Ώσπου, το βράδυ του ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς για τον ερχομό της νέας χιλιετίας, θα βρεθεί νεκρός με μια σφαίρα στο κεφάλι, στο στούντιό του, όχι πολύ μακριά από το κέντρο της πόλης.
Ξεκινώντας από τον χρόνο του θανάτου του Μπλαντ, ο συγγραφέας θα ανατρέξει με μια γραμμική αφήγηση πίσω στον χρόνο, τοποθετώντας τις ψηφίδες που λείπουν ώστε να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα ή η αυτοχειρία. Μέσα από αυτές τις αναδρομές αναδεικνύεται για τον αναγνώστη του μυθιστορήματος ο χαρακτήρας του Μπλαντ, όμως για τους φίλους και τους γνωστούς του, ακόμη και για τη σύντροφό του, την ωραία και κατά πολύ νεότερή του ηθοποιό, την Εκάβη, παραμένει εν μέρει άγνωστος. Μια εξήγηση γι’ αυτό δίνεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου απ΄όπου παραθέσαμε και το απόσπασμα. Μια άλλη, που έχει άμεση σχέση με το βασικό θέμα που πραγματεύεται ο Γρηγοράκης και στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, βρίσκεται από τη σελ. 319 και μετά όπου εξηγείται η φράση του Αρχιμήδη η οποία αποτελεί το ένα από τα δύο μότο του βιβλίου: «Δος μοι πα στω και τα γαν κινάσω». Ένα μικρό κορίτσι, συνομήλικη του Μπλαντ στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, η Σάρα Λεβί, θα στοιχειώσει, άθελά της, τη ζωή του, παρά τις προσπάθειες που κάνει ο κεντρικός ήρωας για να εξιλεωθεί.
Όπως και σε προηγούμενα βιβλία του, ο συγγραφέας ανοίγει πολλά “φύλλα” για τον αναγνώστη στα μυθιστορήματά του: ένα από αυτά, στο παρόν βιβλίο, είναι οι αναφορές του στην προσπάθεια του Μπλαντ να συστηθεί κινηματογραφικά στο Παρίσι. Έτσι, τον βάζει να γνωρίζεται με τον σκηνοθέτη Αλέν Ρενέ και τον σεναριογράφο του, που τον βοηθούν στα πρώτα του βήματα, ενώ η γνωριμία με γνωστούς σκηνοθέτες συνεχίζεται μέχρι το τελευταίο σενάριο που γράφει ο Μπλαντ και το οποίο έχει σχέση με το βιβλίο «Αόρατες πόλεις» του Ιταλού συγγραφέα Ίταλο Καλβίνο.
Τέτοια εγχειρήματα μπορεί να μοιάζουν παρακινδυνευμένα, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτυγχάνουν, μάλλον, τον σκοπό τους, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα και κάνοντάς μας να σκεφθούμε για το νόημα της τέχνης και της δημιουργίας.










