Επί σκοπώ πλουτισμού
Πολλές φορές έχω πάρει τους δρόμους, Κυριακή απόγευμα, να είναι ήσυχα, χωρίς αυτοκίνητα και φασαρία, να περπατήσω στη γειτονιά που έμενε τότε, γυρεύοντας σημεία με σπίτια παλιά, δίπατα, γυρεύοντας να δω τι έβλεπαν τα μάτια του τις μέρες εκείνες, όταν, στον δριμύτερο χειμώνα της Κατοχής, μικρό παιδί έξι χρονών ‒με τον πατέρα του να λείπει από το σπίτι και επικοινωνίες να μην υπάρχουν, έξι χρονώ να κάνει «τον άντρα του σπιτιού» όπως το λέγανε τότε‒ άκουγε τους ανθρώπους στον δρόμο να λένε «πεινάω», και ήταν αυτή μια μνήμη που δεν έσβησε ποτέ – όχι πριν σβήσει εκείνος.
Θα πάρω τους δρόμους και πάλι, με το βιβλίο της Χρονοπούλου στο χέρι, να σταθώ κι εγώ στη γωνία Ελπίδος και Μονής Προδρόμου, μήπως και μπορέσω να νιώσω τι έχουν δει αυτοί οι τοίχοι ‒ αν στέκουν ακόμα κάποιοι. Θα νιώθω πάντως τον Δημοσθένη Σαρίκα (τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου της Χρονοπούλου) στο πλάι μου, θα στεκόμαστε εκεί μαζί, Ελπίδος και Μονής Προδρόμου γωνία, εκείνος ταυτόχρονα γέρος και νέος, 92 που είναι η ηλικία που ζωντανεύει για εμάς στο βιβλίο, μέσα από τα γράμματα που απευθύνει σε ένα παιδί που δεν είναι αίμα του, και 13 που είναι η ηλικία που ο χρόνος σταμάτησε για εκείνον. Σε εκείνη τη γωνία πέταξαν άψυχη την αδερφή του Αμαλία Ιούλιο του ‘42, ανήλικη κι αυτή ακόμα, προδομένη, αλλά γιατί; Επί σκοπώ πλουτισμού. Αν μπορεί κανείς να δεχτεί τη βία για μια ιδέα, για πεποιθήσεις, για έναν αγώνα, πώς να τη δεχτεί μόνο και μόνο για το χρήμα, για κάποιες λίρες;
Κάθε μέλος της οικογένειας του Δημοσθένη και της χαμένης πια Αμαλίας πορεύεται διαφορετικά μετά το συμβάν, η οικογένεια διαλύεται, η κατανόηση χάνεται. Αποξένωση. Τα χρόνια δεν περνούν για τον Δημοσθένη, τα χρόνια στέκουν. Ο Δημοσθένης αναζητά τη δικαίωση – όχι την εκδίκηση. Άλλοι, κι από τις δυο πλευρές, των δωσίλογων και των (συγγενών των) αντιστασιακών, ζητούν απλώς να ξεχάσουν, να προχωρήσει η ζωή, τίποτε άλλο ‒ δεν είναι καιροί για δικαιοσύνη.
Οι μυθοπλαστικές επιλογές της Χρονοπούλου γίνονται με άξονα την ανάδειξη ιστορικών αληθειών, για τις οποίες γράφει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο σύντομο επίμετρό του, στο τέλος του βιβλίου: ποιοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην Ειδική Ασφάλεια και στα άλλα σώματα ασφαλείας, γιατί υπήρξε τόσο δύσκολη η απόδοση δικαιοσύνης μετά τον πόλεμο.
Νιώθω πως η συγγραφέας συνειδητά γεφυρώνει τις δυο εχθρικές τότε όχθες, με την υπέρβαση που κατορθώνει ο κεντρικός της ήρωας Δημοσθένης λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Καταλαβαίνω αυτό σαν κεντρική ιδέα που καθοδηγεί τη μυθιστορηματική πλοκή, πως η ενοχή για τον δωσιλογισμό δεν είναι κληρονομική ενοχή. Πως το έγκλημα υπήρξε, πως για εκείνο πρέπει να μιλήσουμε, να ψάξουμε αρχεία, να σκαλίσουμε δικαστικές αποφάσεις, να μάθουμε όσα μπορούμε. Η απόσταση του χρόνου μας το επιτρέπει.
Σκέφτομαι πως, με όποιο μέτρο και αν μετράει κανείς την επιτυχία ενός βιβλίου, η Χρονοπούλου τα έχει καταφέρει: το βιβλίο της διαβάζεται απνευστί, αλλά δεν είναι βιβλίο της μιας ανάγνωσης. Δεν θα το φάει η σκόνη: ξέρω πως θα το διαβάσω ξανά. Γνωρίζω ακόμα πως με παρακίνησε να περάσω στην ανάγνωση της καθαυτό ιστορικής καταγραφής του δωσιλογισμού – και όταν βιβλία σε περνούν σε άλλα βιβλία, το λογίζω επίσης ως μέτρο της επιτυχίας τους.
Επιτυχία μετράω και πως κανένα μέρος του βιβλίου δεν περισσεύει: οι είκοσι σελίδες δικαστικών πρακτικών, προς το τέλος του βιβλίου, γραμμένων στο γλωσσικό ύφος της εποχής, παρότι η ιστορία του Δημοσθένη έχει ήδη τελειώσει, διαβάζονται με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον ‒ δίνουν το πλαίσιο της εποχής. Το ίδιο και τα ποιήματα στο σημειωματάριο της Αμαλίας: ποιήματα νεανικά, που δεν ενδιαφέρονται να είναι «καλά», και για αυτό είναι στ’ αλήθεια τα ποιήματα αυτής της κοπέλας που τα έγραψε στη δεκαετία του 1940 στην Αθήνα της Κατοχής.










