«Και πιο κάτω άλλο ξόδι γινόταν, βάρκες τώρα οι συγγενείς, κι ιερουργοί οι γλάροι, οι κορμοράνοι, οι κύκνοι και οι τσικνιάδες. Με ανοιγμένα τα φτερά οι κορμοράνοι πάνω στης Περιστέρως το σκαρί σαν να προσεύχονταν κι οι κύκνοι με σκυμμένο το κεφάλι, οι γλάροι σοβαροί, βλέμμα ψυχρό, κι οι ερωδιοί λιγνοί κι ορθόστητοι σαν άσπρα εκκλησάκια, κρατούσαν όλοι συντροφιά στην Περιστέρω, μες στην καμπίνα της μπαινόβγαιναν τα ψάρια, λίγη ζωή σε μήτρα που κυοφόρησε θάνατο, προτού την πάνε στο Χασάν Κατή, αφού πάνω απ΄τη γη τα θάβουν τα καράβια.» (σελ. 143)

Στην «Ανάληψη», που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (2024), διακρίνουμε τρία, άτυπα, μέρη: στο πρώτο, ο συγγραφέας Ηλίας Παπαμόσχος, που γεννήθηκε το 1967 στην Καστοριά, παρουσιάζει τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, στο δεύτερο, τους κακούς οιωνούς, θα έλεγε κανείς, που συνοδεύουν την προσμονή για το παρθενικό ταξίδι της Περιστέρως μέχρι το νησάκι Δισπηλιό τον Ιούνιο του 1929 για τη γιορτή και το πανηγύρι ανήμερα της Αναλήψεως και στο τρίτο, αυτά που συνέβησαν μετά το δυστύχημα και μέχρι την τελική λύση του δράματος.

Ο συγγραφέας καταγράφει λιτά, με τρόπο που θυμίζει δημοσιογραφική περιγραφή χωρίς τις δραματικές κορυφώσεις της, τις προετοιμασίες και τις προσδοκίες του καθενός από τους ήρωες: είναι η ψυχοκόρη Αγνή, η Πολυξένη και τα αγόρια της, ο Γιάννης και ο Νικόλας, ο ιδιοκτήτης του ταχύπλοου, ο επιχειρηματίας (Ηλίας) Κακλαμάνος, ο Λεωνίδας Ζουλιανίτης και η σύζυγός του Ουρανία, ο Χαράλαμπος Μήλιος και το μωρό Ραφαήλ, ο Γιώργος Βέγιος – και μαζί οι θετοί γονείς της Αγνής, ο δάσκαλος Αλέξης Αλεξίου, η κυρία Ευτυχία, η Ρεβέκκα, η κυρία Γεωργία, ο Βλάσης, ο Θύμιος, ο μακεδονομάχος Γρηγόρης, ο Θανάσης Βέλιος… Είναι πολλά τα πρόσωπα, κύρια και δευτερεύοντα, αλλά ο Παπαμόσχος κινείται με άνεση ανάμεσά τους για τις ανάγκες της πλοκής, χαρτογραφώντας τις διαδρομές τους στους δρόμους, στα στενά, στις πλατείες και σε άλλα σημεία της πόλης.

Και η λίμνη, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, τι ρόλο παίζει, εκτός από αυτόν του υγρού τάφου για έναν μεγάλο αριθμό επιβατών της Περιστέρως; Η λίμνη είναι το όριο της πόλης, μαζί και πέρασμα για απέναντι, που κάποιοι δεν θα φθάσουν ποτέ. Η ανατροπή συνέβη λόγω υπερφόρτωσης του βενζινοκίνητου ταχύπλοου – το ίδιο το γεγονός αναφέρεται επιγραμματικά, σε μία φράση, η έμφαση δίνεται στα πρόσωπα, σ’ εκείνους που πνίγηκαν και στους άλλους που απέμειναν με τον πόνο και την οργή τους. Η συνέχεια της ζωής εκεί είναι για μερικούς φυσική, για άλλους αβίωτη.

Το μυθιστόρημα διατρέχει μια αίσθηση επερχόμενου μοιραίου, εξ ου και οι οιωνοί στους οποίους αναφερθήκαμε νωρίτερα. Ο Παπαμόσχος την ντύνει με περίτεχνη λογοτεχνική γλώσσα καθώς επικρέμαται στις ζωές των ανθρώπων, αφήνοντας ωστόσο μια χαραμάδα φως στο τέλος.