Έτσι είμαστε οι άνθρωποι

Έτσι είμαστε οι άνθρωποι, λέει η μητέρα της Εστέλα στην κόρη της. Συμπονετικοί, έτοιμοι να συντρέξουμε κάποιον που μας χρειάζεται. Ακόμα κι εκείνον που ξέρουμε ότι δεν μας αγαπάει, δεν μας υπολήπτεται καν.

Έτσι είμαστε οι άνθρωποι, σκέπτεται συχνά η Εστέλα, όλο τον καιρό που δουλεύει στο σπίτι των πολύ καλοστεκούμενων οικονομικά, πολύ φιλόδοξων, πρωτευουσιάνων εργοδοτών της. Η Εστέλα έρχεται από την επαρχία και είναι κατά πάσα πιθανότητα ιθαγενής, το χρώμα του προσώπου της δεν είναι λευκό, όπως των αφεντικών της. Μοιάζει κάπως βρώμικο το χρώμα της και μόνο όταν βάζει το μακιγιάζ της «κυρίας» της ασπρίζει και φαίνεται τότε «καθαρή» – έτσι θα πει η κόρη των αφεντικών της.

Καθαρή, limpia, είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου – και αυτό σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει σε αυτή τη νύξη του τίτλου, μια διάσταση του βιβλίου που ο Έλληνας αναγνώστης δεν εισπράττει ενδεχομένως, τουλάχιστον όχι τόσο εύκολα όσο ο Χιλιανός αναγνώστης, που ξέρει ποιες διαφορές, αβυσσαλέες ή όχι, χωρίζουν το νησί Τσιλοέ, τον τόπο καταγωγής της Εστέλα στον νότο της Χιλής, από την πρωτεύουσα της χώρας Σαντιάγο, όπου εργάζεται πλέον η Εστέλα ως εσωτερική οικιακή βοηθός.

Η διάσταση που είναι όμως διεθνής, που εισπράττει και ο Έλληνας αναγνώστης με ευκολία, είναι η ταξική: το γεγονός ότι τα αφεντικά της Εστέλα την αντιμετωπίζουν ως εξάρτημα. Είναι μέσα στο σπίτι τους επτά χρόνια, αλλά ποτέ δε θα τη δουν ως συμπλήρωμα ή επέκταση της οικογένειας (ως μέλος, ούτε λόγος). Είναι κάτι σαν οικιακή συσκευή που κάνει τις δουλειές του σπιτιού η Εστέλα. Δεν θα υπάρξει ποτέ καμία προσπάθεια προσέγγισής της, ή υποβοήθησής της, ώστε να πάει μπροστά στη ζωή της. Ούτε κακομεταχείρισή της ωστόσο: τα μηχανήματα του σπιτιού τα προσέχουμε.

Η Εστέλα εκτός από το σιδέρωμα και το μαγείρεμα και τα ψώνια επωμίζεται και τη φροντίδα της κόρης του ζεύγους, της Χούλια, ενός παιδιού δύστροπου και αυτοκαταστροφικού από την πρώτη του μέρα. Η Χούλια δεν έχει κανένα χαλινάρι, κανένα φραγμό – δεν έχει μάθει ακόμα τα προσχήματα των ενηλίκων. Εκείνην δεν τη σταματάει τίποτα από το να ταπεινώσει με όποιο τρόπο της έρθει στο κεφάλι την Εστέλα, να της ζητήσει να πέσει χάμω, να της ρίξει χώμα, λάσπη, οτιδήποτε.

Η Χούλια είναι η στενοχώρια των γονιών της και ο καθρέφτης τους. Η ντροπή και το απόσταγμά τους. Ο τρόμος και το αποτέλεσμα της απουσίας τους. Η Χούλια είναι η απόδειξη της μη ύπαρξης ψυχικού δεσμού ανάμεσά τους, το αποτέλεσμα του μανατζίριαλ γάμου τους, η αντανάκλαση του μπιζιμποντισμού και της φιλοδοξίας τους, η τιμωρία της ρηχότητας και της ματαιοδοξίας τους. Ένα τέλειο παιδί με φρικτούς τρόπους.

Η Χούλια τους τιμωρεί, τιμωρεί τον κόσμο και τον εαυτό της, κατά συρροή, μέχρι τη μέρα που βρίσκεται μπρούμυτα μέσα στην πισίνα με τα ρούχα. Μέχρι την τελευταία της πνοή.

Η Εστέλα μας τα διηγείται όλα αυτά, σε μας που δεν βλέπει, που δεν ξέρει καν αν υπάρχουμε, γιατί έτσι είμαστε οι άνθρωποι, έχουμε ανάγκη να πούμε την ιστορία μας, να την αφηγηθούμε, μήπως εκ των υστέρων βρούμε κάποιο νόημα σε αυτή, μήπως και καταλάβουμε τη δυστοπία, εμείς κυρίως.