Μια Ιρλανδία του αύριο, του σχεδόν σήμερα, με ένα αυταρχικό, απολυταρχικό καθεστώς που έχει βρεθεί στην εξουσία έπειτα από εκλογές. Αυτό είναι το σκηνικό στο οποίο στήνει την ιστορία του ο Ιρλανδός Paul Lynch, ο νικητής του βραβείου Booker το 2023 για Το τραγούδι του προφήτη. Σε αυτό το δυσοίωνο σκηνικό κατοικεί η οικογένεια Στακ: ο πατέρας, ο Λάρι, δάσκαλος και συνδικαλιστής, η μητέρα, η Άιλις, που εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία, τα τρία έφηβα παιδιά τους, ο Μαρκ, η Μόλι και ο Μπέιλι και το βρέφος Μπεν. Μέσα σε αυτό το αυταρχικό καθεστώς η οικογένεια Στακ θα διαλυθεί, σχεδόν θα συντριβεί από την εξουσία που θέτει σε λειτουργία όλους τους μηχανισμούς καταστολής της οποιασδήποτε αντίδρασης.

Το μυθιστόρημα ανοίγει με ένα χτύπημα στην πόρτα. Είναι δύο αστυνομικοί της Γκάρντα (της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας) που αναζητούν τον Λάρι. Δεν βρίσκεται στο σπίτι, λέει η σύζυγός του, και νιώθει την αύρα του κακού να την κυκλώνει, να δίνει ώθηση στην αλλαγή. Σύντομα, ο Λάρι, ο συνδικαλιστής δάσκαλος, συλλαμβάνεται και εξαφανίζεται (άλλωστε, εάν ελέγχεις την εκπαίδευση, ελέγχεις το μέλλον). Η ‘Αιλις δεν θα τον ξαναδεί, όσες προσπάθειες κι αν κάνει, όπως δεν θα δουν και πολλές άλλες οικογένειες τους ανθρώπους τους αφού συλληφθούν. Έτσι, η Άιλις βρίσκεται μόνη της με τέσσερα παιδιά και έναν ηλικιωμένο πατέρα, που μένει στην άλλη άκρη της πόλης και έχει αρχίσει να υποφέρει από γεροντική άνοια. Και καθώς οι μέρες και οι μήνες περνούν, η αλλαγή που διαισθάνθηκε η Άιλις αρχίζει να παίρνει μορφή: οι αντιφρονούντες απολύονται, στιγματίζονται, εξαφανίζονται∙ έφηβα αγόρια καλούνται να υπηρετήσουν στον στρατό∙ ο Τύπος φιμώνεται και η Δικαιοσύνη ελέγχεται από το καθεστώς.

Ο δεκαεπτάχρονος Μαρκ, ο πρωτότοκός της, καλείται να παρουσιαστεί στον στρατό. Δεν θα το κάνει ποτέ, αντίθετα θα ενταχθεί στις δυνάμεις των ανταρτών και σύντομα θα χάσει τα ίχνη του. Ο εμφύλιος ξεσπά, οι μάχες λαμβάνουν χώρα στην πόλη, φτάνουν στη γειτονιά της, γκρεμίζουν το σπίτι της και μαζί του τις τελευταίες ψευδαισθήσεις της ότι κάτι θα ανατρέψει αυτή την παρανοϊκή κατάσταση. Και η Άιλις θα πρέπει να πάρει μια σημαντική απόφαση: να φύγει όσο υπάρχει ακόμα κάποια ανοιχτή δίοδος διαφυγής.

Η πρώτη λέξη που έρχεται στον νου για να χαρακτηρίσει το μυθιστόρημα είναι «δυστοπικό». Ωστόσο, δεν είναι μια δυστοπική ιστορία, αλλά ένα μυθιστόρημα παρατήρησης των σημείων της πραγματικότητας που ευνοούν ή προετοιμάζουν την έλευση αυταρχικών καθεστώτων. Δυνάμεις που εκμεταλλεύονται την ανασφάλεια των πολιτών και κηρύσσουν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης με συνέπεια την καταπάτηση και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων. Ο Lynch δεν φαντάζεται μια μελλοντική δυστοπία, αντλεί έμπνευση από την εμπειρία παρελθοντικών και τωρινών καθεστώτων και φέρνει τον τρόμο στη γειτονιά μας, στη δημοκρατική Ευρώπη και μας ταρακουνάει επειδή δεν είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο εδώ. Ή μήπως είναι;

Η αφήγηση, αν και τριτοπρόσωπη, παρακολουθεί την πορεία της Άιλις, γίνεται μάρτυρας των ονείρων που βλέπει τις λίγες στιγμές που κοιμάται και φωτίζει την τεράστια προσπάθεια που καταβάλλει να σηκωθεί το πρωί, να φροντίσει τα παιδιά της, να νοιαστεί τον πατέρα της, να μιλήσει στο φάντασμα του Λάρι που τη συντροφεύει στον νου. Λόγος μακροσκελής, με τον διάλογο ενταγμένο στη ροή της αφήγησης, χωρίς παραγράφους και χωρίς ανάσες, ασφυκτικός, σαν τον κλοιό που σφίγγει γύρω από την Άιλις, γύρω από όσους προσπαθούν να ξεφύγουν από αυτό τον όλεθρο.

Το τραγούδι του προφήτη δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα. Κλέβει από τις πρώτες σελίδες όλη την αισιοδοξία του αναγνώστη, τον εγκλωβίζει στη ζοφερή συνθήκη που περιγράφει και τον αναγκάζει να γίνει μάρτυρας της καταστροφής. Είναι, όμως, ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, όχι μόνο ως προειδοποίηση για τα όσα μπορεί να συμβούν όσο εμείς ισχυριζόμαστε ότι αποκλείεται να συμβούν, αλλά κυρίως επειδή δεν «ηρωοποιεί» τους χαρακτήρες. Η ‘Αιλις δεν είναι η μάνα-ηρωίδα, σύμβολο αντίστασης που θα εκμαιεύσει τον θαυμασμό του αναγνώστη. Είναι μια γυναίκα που υποφέρει, αμφιβάλλει, θυμώνει, διστάζει, απελπίζεται, κάνει λάθη, αλλά, κυρίως, συνεχίζει να προσπαθεί να σώσει ό,τι και όποιον μπορεί. Και γι’ αυτό τον λόγο είναι αληθινή, προσιτή, πραγματική.

Εξαιρετική, τέλος, και η ρέουσα μετάφραση αυτού του ασθματικού κειμένου από τον Άγγελο Αγγελίδη και τη Μαρία Αγγελίδου.