«H Ταβέρνα της Τζαμάικας» είναι το τέταρτο μυθιστόρημα της Δάφνης Ντε Μωριέ, μια γοτθική ιστορία μυστηρίου, που έτυχε κινηματογραφικής και τηλεοπτικής μεταφοράς, όπως και άλλα γνωστά έργα της συγγραφέως.
Βρισκόμαστε στην Κορνουάλη του 1820. Κεντρική ηρωίδα είναι η εικοσάχρονη Μαίρη Γέλαν, που μεγάλωσε μαζί με τη μητέρα της σε μια επαρχιακή φάρμα. Μετά τον θάνατο όμως της μητέρας της, η Μαίρη θα πρέπει να ζήσει μαζί με τη μακρινή της θεία Πάσιενς και τον σύζυγό της, Τζος Μέρλιν. Αφήνοντας τη σχετικά ειδυλλιακή αγροτική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία πέρασε τη ζωή της, η Μαίρη θα βρεθεί τώρα σε ένα άγριο τοπίο, μέσα στους έρημους βαλτότοπους, εκεί όπου υψώνονται οι μελαγχολικοί τοίχοι της Ταβέρνας της Τζαμάικας – της επιχείρησης που έχει τώρα ο θείος της.
Το νέο περιβάλλον αποδεικνύεται δυσάρεστο και ανησυχητικό, ο Τζος Μέρλιν είναι βίαιος και μέθυσος, ενώ η θεία Πάσιενς, έπειτα από χρόνια ταλαιπωρίας, δείχνει να χάνει τα λογικά της. Κι ωστόσο, κάτι ακόμη πιο άσχημο φαίνεται πως συμβαίνει στην κακόφημη Ταβέρνα της Τζαμάικας. Κάποια βράδια φορτωμένες άμαξες καταφτάνουν μυστικά στην ταβέρνα, ένα επικίνδυνο εμπόριο λαμβάνει χώρα, ικανό να στοιχίζει ακόμη και τη ζωή σε όσους το αμφισβητήσουν. Η γνωριμία της με τον Τζεμ Μέρλιν, τον μικρότερο αδερφό του Τζος, θα κάνει τα αμφίσημα συναισθήματα της Μαίρης ακόμη πιο έντονα. Πρέπει να φύγει από αυτό το άγριο μέρος, αφού πείσει τη θεία της να την ακολουθήσει ή να περιμένει μέχρι να ανακαλύψει περισσότερα; Μπορεί να εμπιστευτεί τον Τζεμ ή είναι κι αυτός μπλεγμένος σε όλα αυτά, σημαδεμένος από την κατάρα της γενιάς των Μέρλιν;
Στην «Ταβέρνα της Τζαμάικα» η Δάφνη Ντε Μωριέ ξεχωρίζει για την παραστατική και ατμοσφαιρική γραφή της –οι εικόνες της αποπνέουν την πολυχρωμία της ζωγραφικής, τα κτήρια και οι τοποθεσίες που περιγράφει γίνονται για τον αναγνώστη ένα οικείο περιβάλλον– ενώ την ίδια ικανότητα δείχνει και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Είναι σημαντικό ότι όλα τα πρόσωπα του έργου παρουσιάζονται ολοκληρωμένα, με όλες τις φωτοσκιάσεις και τις εναλλαγές του χαρακτήρα τους, με ρεαλιστικά συναισθήματα και κίνητρα για τις πράξεις τους.
Το γοτθικό, ρομαντικό υπόβαθρο υπογραμμίζει σαφώς την ιστορία, η οποία όμως φλερτάρει και με στοιχεία του ιστορικού μυθιστορήματος. Όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας στην αρχή, σε ένα μικρό εισαγωγικό σημείωμα, η Ταβέρνα της Τζαμάικας υπήρξε ένα πραγματικό κτήριο «που στέκει ως τα σήμερα πάνω στον δρόμο που ενώνει το Μπόντιμ με το Λόνσεστον. Στην ιστορία που ακολουθεί, την φαντάστηκα όπως ίσως να ήταν πάνω από εκατόν είκοσι χρόνια πριν». Ρεαλιστική βάση έχουν επίσης οι εγκληματικές πράξεις και η μυστηριώδης διακίνηση που πραγματοποιείται ανάμεσα στα παράλια και την ενδοχώρα. Έτσι, έχουμε μια καλογραμμένη ιστορία που καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη συνδυάζοντας επιτυχημένα τη μυθοπλασία με τα ιστορικά τεκμήρια.
Τελικά, διαβάζοντας την «Ταβέρνα της Τζαμάικα» βυθιστήκαμε σε ένα χορταστικό μυθιστόρημα χαρακτήρων και μυστηρίου, ένα βιβλίο που εξερευνά την ηθική αμφισημία της ανθρώπινης φύσης, προσφέροντας ταυτόχρονα την ευχάριστη ανάγνωση ενός κλασικού έργου.










