Όταν κυκλοφόρησε το 2013 η συλλογή αφηγημάτων του Αλέξανδρου Στεφανίδη εγκωμιάστηκε από πολλούς και έμπειρους βιβλιοκριτικούς, σε βαθμό τέτοιο που σκέφτεται κανείς πως είναι ανώφελο να προσπαθήσει να προσθέσει κάτι: έχουν ήδη ειπωθεί όλα, οπωσδήποτε τα ουσιώδη, για την τρυφερότητα που αποπνέει, παρά τη σκληρότητα των γεγονότων που περιγράφει, για την οικονομία των μέσων, για την έλλειψη μελοδραματισμού, ενώ τα γεγονότα που αφηγείται ο συγγραφέας είναι πράγματι τέτοια που συνταράσσουν, για το πόσο σπαρακτικό είναι το βιβλίο, ενώ πουθενά «δεν βοά ο σπαραγμός».
Από την άποψη αυτή, ο σημαντικότερος –και ίσως και ο μόνος– λόγος για να γράψει κανείς δυο λόγια για το βιβλίο του Στεφανίδη, είναι για να το υπενθυμίσει σε όσους ενδεχομένως δεν το αντιλήφθηκαν το έτος της πρώτης έκδοσής του, ή το αμέσως επόμενο, το 2014, όταν τιμήθηκε με το «ειδικό κρατικό βραβείο λογοτεχνίας που προάγει τον διάλογο σε ευαίσθητα κοινωνικά θέματα», ιδίως αφού η πληθώρα των νέων τίτλων είναι τέτοια, που οι παλαιότεροι τίτλοι αποσύρονται πολύ γρήγορα στα ενδότερα των βιβλιοπωλείων.
Ο Στεφανίδης γράφει στο σύντομο αυτό βιβλίο αφηγήματα βασισμένα στις αναμνήσεις του από την παιδική και εφηβική του ηλικία. Ο συγγραφέας μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, όπου τον παρέδωσε η μητέρα του. Δεν υπήρξε δηλαδή από βιολογική, «τεχνική» (ας το πούμε έτσι) άποψη ορφανός από μάνα ‒ ορφάνεψε όμως από συναισθηματική άποψη. Η στέρηση της μάνας είναι βασανιστήριο για το παιδί, η παραμονή στο ίδρυμα το ίδιο. Ο Στεφανίδης περιγράφει τον εξευτελισμό που υφίσταντο τα παιδιά, τη βαναυσότητα και τις ταπεινώσεις – όλα αυτά στη δεκαετία του ’70, όχι στα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, με την ιδέα ότι οι συνθήκες ζωής στην Ελλάδα είχαν αισθητά βελτιωθεί από το ’50 ως το ’70. Βαναυσότητα που έρχεται να προστεθεί στις ελλείψεις και είναι συνειδητή επιλογή.
Ο Στεφανίδης, ρόδο που βγήκε απ’ τ’ αγκάθι, κατά τη λαϊκή ρήση, ποτέ δεν εξοικειώνεται με τη βία, ποτέ δεν συνηθίζει – δεν συμμορφώνεται και δεν συμμετέχει ποτέ ο ίδιος στον κύκλο της βίας. Καταφέρνει να διατηρήσει την ιδιοσυστασία του. Να χαίρεται τις καλές στιγμές, τα σαββατόβραδα που έβλεπαν σινεμά, τις στιγμές της αλληλεγγύης μεταξύ των τροφίμων – σε αναμονή, πάντα, των στιγμών που θα έβλεπε τη μητέρα του. Είναι εντυπωσιακό πώς πουθενά δεν χρησιμοποιεί κανένα χαρακτηρισμό σε βάρος εκείνης, ούτε υπόνοια μομφής. Το πώς εν τέλει χαράχτηκε μέσα του η έλλειψή της, το καταλαβαίνουμε μονάχα στην τελευταία, σπαρακτικότερη όλων, σελίδα του βιβλίου.
“Το χάδι” κυκλοφόρησε σε νέα επαυξημένη έκδοση το 2023 και παραμένει ένα ανάγνωσμα οπωσδήποτε επίκαιρο και αξιανάγνωστο.










