Το κοφτερό μαχαίρι
Ο Γιάννης Ατζακάς γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1975 εργάστηκε στην ιδιωτική και τη δημόσια εκπαίδευση. Ο «Θολός βυθός» είναι το δεύτερο πεζογράφημά του και με τα «Διπλωμένα φτερά» (Άγρα, 2007), αποτελεί διλογία. Ο «Θολός βυθός» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2009.
Ο Γιάννης Αρχοντής φτάνει μόνος του ένα απόγευμα του Ιουνίου σε κάποια ερημική ακτή του Αιγαίου. Έχει περάσει τα εξήντα και έχει διανύσει τριάντα τόσα χρόνια διαδρομή στις σχολικές αίθουσες. Εκεί τον επισκέπτεται το Παιδί, ο εαυτός του, δηλαδή, στα έξι χρόνια που πέρασε στις «παιδοπόλεις» της βασίλισσας Φρειδερίκης. Αυτή τη φορά δεν το φιμώνει, αλλά το αφήνει να μιλήσει για εκείνα τα χρόνια που σημάδεψαν τη ζωή του.
Οκτώ χρονών ήταν, το 1949, ο Γιάννης όταν η γιαγιά-Βενετιά τον παρέδωσε στην παιδόπολη της Καβάλας. Γιος αντάρτη που τα ίχνη του είχαν χαθεί μετά την ήττα στον Εμφύλιο, ορφανός από μάνα, μόνο έτσι θα μπορούσε να μάθει γράμματα και στη συνέχεια μια τέχνη για να βοηθήσει τον παππού και τη γιαγιά στο νησί. Από την Καβάλα, με επιταγμένο πλοίο, φθάνει στον Πειραιά και μεταφέρεται μαζί με άλλα παιδιά στην παιδόπολη «Απόστολος Παύλος», στο Καστρί. Ακολουθεί το «Ιωσηφόγλειο ορφανοτροφείο» στη Νέα Σμύρνη, η «Καλή Παναγιά» στη Δοβρά (έξω από τη Βέροια), όπου θα μείνει τρία χρόνια, και τέλος ο «Άγιος Δημήτριος» στη Θεσσαλονίκη. Λίγο πριν κλείσει τα δεκατέσσερα, το 1955, βγαίνει από τις παιδοπόλεις. Συνεχίζει το σχολείο στη Θεσσαλονίκη, το καλοκαίρι του 1957 επιστρέφει στο νησί και ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια, το 1975, συναντάει τον πατέρα του στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας.
Το Παιδί εξιστορεί την καθημερινή ζωή στις παιδοπόλεις, την πειθαρχία και την οργάνωση, αλλά και τα παιχνίδια και τις εκδρομές στη φύση. Τα περιγράφει όπως τα ζει, με την αθωότητα των οκτώ, εννέα, δεκατριών χρόνων του, ενώ ο ενήλικας Γιάννης σχολιάζει τη χειραγώγηση της εκπαίδευσης και την απάρνηση των δικών τους, την απορρόφηση της προσωπικότητας μέσα στην ομάδα: «Ένα συφοριασμένο στρατόπεδο παιδιών ήταν», λέει, προσπαθώντας να εξηγήσει τα κατάλοιπα που άφησαν οι παιδοπόλεις στη μετέπειτα ζωή. Όμως ο λόγος ανήκει κυρίως στο Παιδί. Ο αφηγητής δεν αφήνει να ξεχειλίσει από μέσα του η πίκρα. Είναι (έγινε) ευτυχισμένος. Στην έρημη ακτή του Αιγαίου, κοντά στη φύση, όπως πάντα του άρεσε, θα αφήσει την αφήγηση να τελειώσει για να πάρει από κει πάλι το νήμα. Γιατί «μόνον ο λόγος –η γραφή καλύτερα- είναι το κοφτερό μαχαίρι που χαράζει ώς το κόκαλο, μόνον αυτός μπορεί να δώσει πνοή στου νου τα αναιμικά φάσματα».










