Το βραβείο Goncourt 2024 συνοδεύτηκε από αρκετό θόρυβο, όχι μόνο λόγω της αναμφισβήτητης λογοτεχνικής δεινότητας του συγγραφέα Καμέλ Νταούντ, όσο, κυρίως, λόγω του πολύ τολμηρού θέματος που πραγματεύεται. Ο Νταούντ μιλά για τον εμφύλιο πόλεμο στην Αλγερία τη σκοτεινή δεκαετία 1992-2002. Μιλά όσο λίγοι τολμούν γιατί, όπως παρατηρεί η ηρωίδα του, η Αυγή (Aube στο γαλλικό κείμενο), μια γυναίκα που κατά τη διάρκεια μιας αιματηρής σύρραξης τραυματίστηκε σοβαρά και έχασε τη φωνή της, λίγοι θέλουν να θυμούνται την περίοδο εκείνη. Και ακόμα λιγότεροι να την αφηγούνται.

Η έννοια της γλώσσας κυριαρχεί από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, όταν η πρωταγωνίστρια κάνει λόγο για μια εξωτερική γλώσσα, τα αραβικά, τα οποία έχει συνδέσει με τους κανόνες συμπεριφοράς και διάδρασης με τους ομοεθνείς της, τη γλώσσα της ερήμου, της θρησκείας, της οικογένειας και της καταπίεσης, και μια εσωτερική, τα γαλλικά, που είναι η γλώσσα στην οποία εκφράζει τις πιο μύχιες σκέψεις, φοβίες κι επιθυμίες της. Βαθιά τραγική και η χρήση ακόμα της λέξης, αν σκεφτεί κανείς ότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που έχει χάσει τη μιλιά του. Ο συγγραφέας με τη διάστιξη αυτή, με αφορμή τη διγλωσσία, την οποία φέρει ως βίωμα ο ίδιος και γενιές ολόκληρες Γαλλο-αλγερινών, παρουσιάζει την ιδιαίτερη κατάσταση τού να ανήκει κανείς ταυτόχρονα σε δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους.

Η γλώσσα όμως γίνεται και εργαλείο να διηγηθεί η Αυγή την ιστορία της και, μαζί με αυτήν, τη σκληρή και αιματοβαμμένη ιστορία μιας ολόκληρης χώρας. Και ειδικά αυτής των γυναικών, που τόσο εν καιρώ ειρήνης, όσο και πολέμου είναι πάντα τα πρώτα και σκληρότερα βασανισμένα θύματα. Και είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς καταφέρνει να μιλά για δύσκολα θέματα και ανυπέρβλητης αγριότητας καταστάσεις με μία γλώσσα απαλή, αληθινή κι ευθύβολη, χωρίς εκβιαστικές για το συναίσθημα του αναγνώστη δραματικές εξάρσεις, σχεδόν ποιητική.

Η ηρωίδα μιλά, χωρίς να μιλά, στο αγέννητο παιδί της. Αυτό που δεν θέλει να υποφέρει από τα βάρη που συνθλίβουν τη μάνα του, την οικογένεια και τον λαό της. Αυτό που βρίσκεται μεταξύ ζωής και αφθαρσίας, μιας ζωής που φαίνεται να βρίσκεται στα δικά της χέρια. “Ουρί” αποκαλεί το αγέννητο παιδί της η ηρωίδα, ένα πλάσμα υπερφυσικά όμορφο, τοποθετημένο για πάντα στον παράδεισο. Ο Νταούντ, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει ο Ίμρε Κέρτις στο “Καντίς για ένα αγέννητο παιδί” και η Τόνι Μόρισον στην “Αγαπημένη”, πραγματεύεται το θέμα της συνέχειας του ανθρώπινου γένους, της γονεϊκότητας και της ζωής μέσα στο σκοτάδι του θανάτου, συνοψίζοντας όλα αυτά στο ερώτημα αν αξίζει να συνεχίζει κανείς να φέρνει στον κόσμο παιδιά σε έναν κόσμο απάνθρωπο.

Ταξίδι στον χρόνο και στον πόνο ενός ολόκληρου λαού είναι το «Ουρί» λοιπόν. Το μεγάλο του ταξίδι, όμως, συνεχίζεται και πέρα από τις σελίδες του, στον κόσμο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και των πολιτικών αντιπαραθέσεων, εν μέσω απαγόρευσης κυκλοφορίας στην Αλγερία, δικαστικών διώξεων και ατελείωτων συζητήσεων για τα όρια ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ιστορική αλήθεια, καθώς το μυθιστόρημα έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς δικαστικής περιπέτειας: μία επιζήσασα των σφαγών της περιόδου και ασθενής της ψυχιάτρου συζύγου του συγγραφέα υποστηρίζει ότι ο Νταούντ αφηγήθηκε τη δική της ιστορία χωρίς τη συναίνεσή της, οδηγώντας σε μηνύσεις τόσο στη Γαλλία όσο και στην Αλγερία για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής. Τον Απρίλιο του 2026, μάλιστα, ο συγγραφέας ανακοίνωσε ότι καταδικάστηκε ερήμην στην Αλγερία σε τριετή φυλάκιση χωρίς αναστολή και σε βαρύ χρηματικό πρόστιμο, με βάση τη νομοθεσία περί εθνικής συμφιλίωσης. Το μυθιστόρημα αποτελεί επίσης το αντικείμενο δίκης σε γαλλικό δικαστήριο για μη σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.

Η λογοτεχνία, όσο κι αν συνομιλεί με την πολιτική και, συχνά, αναδύεται μέσα από τις αντιπαραθέσεις της εποχής της, διαθέτει ταυτόχρονα τη δύναμη να τις υπερβαίνει. Ιδίως η καλή λογοτεχνία, η οποία μέσα από χαρακτήρες σμιλεμένους με βάθος και πληρότητα, κατορθώνει να συμπυκνώνει πανανθρώπινες αγωνίες που επιβιώνουν πολύ πέρα από τις συγκυρίες που τις γέννησαν. Ένα είναι σίγουρο, λοιπόν. Πως η Αυγή θα μείνει στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού ως μία από τις πιο βαθιά φιλοσοφημένες λογοτεχνικές ηρωίδες, με απόλυτη συναίσθηση της ματαιότητας της ζωής και, ως εκ τούτου, μια από τις πιο συγκινητικά τραγικές υπάρξεις.