Αδύνατες συναντήσεις
Αν προσπαθούσε να χωρέσει κανείς το αφήγημα της Διονυσίου σε δυο μόνο λέξεις, θα ήταν αυτές, αδύνατες συναντήσεις, ανέφικτες.
Η πρώτη αδύνατη συνάντηση είναι αυτή των Βρετανών με τους Κυπρίους: οι Βρετανοί έχουν έρθει στη Μεγαλόνησο ως διοικητές μιας επαρχίας των Οθωμανών, οι ντόπιοι είναι γι’ αυτούς όμως ιθαγενείς, βάρβαροι, απολίτιστοι, και «είναι δύσκολο σχεδόν αδύνατον στην πραγματικότητα απολύτως ακατόρθωτο να φορέσεις δυτικές μπότες σε ανατολίτικα πόδια».
Η Λευκωσία ‒«ο μεγαλύτερος βόθρος μέσα στον οποίο είχε χυθεί η βρομιά αιώνων»‒ είναι ανυπόφορη για τον πρώτο Μεγάλο Αρμοστή, που δίνει γι΄ αυτό την εντολή να χτιστούν αγροικίες στο όρος Τρόοδος, κατ’ αντιστοιχία με ό,τι έκαναν οι Βρετανοί και αλλού, όπως για παράδειγμα άφηναν τα καλοκαίρια το Δελχί για να αναζητήσουν δροσιά στη Σίμλα, στους πρόποδες των Ιμαλαΐων, κουβαλώντας κι εκεί, και στο Τρόοδος και στη Σίμλα, το τσάι και το κρίκετ τους και τα θεατρικά τους έργα και την υπεροψία τους, εκείνοι αξιωματικοί και ευγενείς και οι ντόπιοι εργάτες στις κατασκευές των αποικιοκρατών και αγρότες στην πατρογονική τους γη.
Η δεύτερη αδύνατη συνάντηση είναι αυτή ανάμεσα στον Γάλλο επόπτη και τον Κύπριο ταχυδρόμο, ανάμεσα στον άνθρωπο που μονίμως και από παντού φεύγει και σε εκείνον που αποδέχεται τη ζωή που βρήκε και δε φαντάζεται κάποια άλλη, ανάμεσα στον κολασμένο καταραμένο ποιητή και τον ήρεμο εκείνο που δεν ξέρει τι θα πει ποίηση και τι φυγή. Η μοναδική συνάντησή τους μπορεί μόνο να είναι αστραπιαία – σε διάρκεια, σε ένταση, σε μνήμη.
Ότι ο Γάλλος επόπτης είναι ο Αρθούρος Ρεμπώ, μας υποδεικνύεται από τα στοιχεία που οι βρετανικές αρχές μαθαίνουν γι’ αυτόν (όταν θα χρειαστεί να τον αναζητήσουν ως ύποπτο για φόνο) και μας γίνεται απόλυτα σαφές μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο, όταν ένας τρίτος, ένας γιατρός από τη Μασσαλία, θα έρθει ύστερα από χρόνια να πει την ιστορία του στον Κύπριο ταχυδρόμο: τότε θα μάθουμε πώς πέρασε ο καιρός του Αρθούρου Ρεμπώ, αφότου έφυγε από την Κύπρο (πιθανότατα λόγω της εμπλοκής του σε αυτό το έγκλημα), πώς ο Ρεμπώ σε όλα τα μέρη από τα οποία πέρασε, από τις Αρδέννες και το Παρίσι, μέχρι την Αβησσυνία και το Άντεν, υπήρξε παντού ένας τυχοδιώκτης ανάμεσα σε «χυδαίους Ευρωπαίους και μπαγαπόντηδες ντόπιους», ένας διαβάτης, ένας περαστικός.
Η Διονυσίου έχει επιτύχει (κυρίως με την ιδιόρρυθμη χρήση των κομμάτων) έναν ιδιαίτερο ρυθμό αφήγησης, παραμυθένιο ρομαντικό γεμάτο θάμβος, όταν αφήνεται στην περιγραφή της ομορφιάς της ορεινής φύσης και της μακρινής θάλασσας, καταιγιστικό χειμαρρώδη τις στιγμές της δράσης, και παράλληλα καίριο δηκτικό ως προς την ιστορική διάσταση.










