Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του νέου βιβλίου της Βασιλικής Πέτσα (1983-) είναι ένας νέος άνδρας που έχει σημαδευτεί από μια τραγωδία: ήταν στο Χίλσμπορο όταν 97 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, κυρίως οπαδοί της Λίβερπουλ, στις 15 Απριλίου 1989, στον αγώνα Λίβερπουλ-Νότιγχαμ Φόρεστ σε ουδέτερο γήπεδο. Είναι παντρεμένος με τη Λιζ και πατέρας δύο παιδιών, του Πολ και της Σούζαν (ο ίδιος δεν κατονομάζεται). Έχει ένα κατάστημα με φωτογραφικά είδη, το οποίο δεν πηγαίνει και τόσο καλά. Εδώ και 20 χρόνια, όλο και περισσότερο, κλείνεται στον εαυτό του, γιατί στο Χίλσμπορο έχασε τον καλύτερό του φίλο, αυτόν με τον οποίο είχαν μπει μαζί στο γήπεδο – ο ίδιος δεν τραυματίστηκε.

Το βιβλίο είναι ένας εσωτερικός μονόλογος του άνδρα, που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει αυτό που έγινε. Η ανακοίνωση της επιστροφής, για πρώτη φορά από τότε, ενός μέλους της παρέας, που αποτελείτο από αγόρια και κορίτσια, για να τιμήσει τη μνήμη του φίλου τους, είναι αυτό που κάνει να ξυπνήσουν αναμνήσεις και συναισθήματα μέσα του ενόσω ασχολείται με το περιεχόμενο μιας κούτας στο γκαράζ του σπιτιού του. Η συγγραφέας χειρίζεται δεξιοτεχνικά διαφορετικούς χρόνους σε μια αφήγηση που δεν είναι γραμμική: το παρόν, με κάποιες αναδρομές στο πιο πρόσφατο παρελθόν (η γνωριμία με τη Λιζ, ο ερχομός του Πολ και μετά της Σούζαν η μετακόμιση), μέχρι να φθάσει σε εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα του Απριλίου του 1989. Παραμένει πιστή στα γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν και όπως αποκαλύφθηκαν από τη μακρόχρονη έρευνα που ανέδειξε τελικά τις ευθύνες της αστυνομίας παρά την αρχική προσπάθεια της να επιρρίψει την ευθύνη στα θύματα.

Το “Δεν θ’ αργήσω” φέρνει αναπόφευκτα στον νου την τραγωδία του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Ο αναγνώστης θα εντοπίσει τις ομοιότητες των δύο υποθέσεων και το αίτημα για λογοδοσία, για δικαιοσύνη, που ανακύπτει αβίαστα κάθε φορά.