Γνωριμία με τον Μιχάλη Κρόκο στην τρίτη του πλέον περιπέτεια, το Deepfake. Όλη η Αθήνα κυκλοφορεί στο μυθιστόρημα του Μαλαφέκα, που δεν είναι αστυνομικό – γιατί δεν υπάρχει ούτε ένας αστυνόμος. Κανένας ντετέκτιβ, κανένας δικαστής, όλη κι όλη μια εισαγγελέας, κι αυτή δρα στο όριο της υπηρεσιακής της ιδιότητας.

Όλη η Αθήνα – πραγματικά. Τίποτα δε λείπει. Μπαράκια της Ασκληπιού κι ο κόσμος στον δρόμο να μη χωράς να περάσεις, «αρρενωτίποτα» γραμμένο σε έναν τοίχο, οι δρόμοι στενοί, να βλέπεις απ’ το παράθυρό σου στο απέναντι σπίτι, μια γλώσσα που ακούς κάθε μέρα, μια ανδρόσφαιρα που κάπως σίγουρα την έχεις γνωρίσει, σ’ αρέσει δε σ’ αρέσει, δωμάτια γεμάτα πράγματα καλτ απομεινάρια μιας παρατεταμένης μετα-εφηβείας, ακαταστασία, κολλητοί φίλοι και ατάκες μαθημένες από στήθους από εκπομπές που παιχτήκαν κάποτε, λεωφόροι και αυτοκίνητα, παλιά και πειραγμένα, ντελιβεράδες, μπίμπο, νύχτα, σόσιαλ, καταιγισμός από σόσιαλ, fake news και ακόμα πιο fake βίντεο – deepfake.

Η ιστορία ξεκινάει όταν στην πόρτα του Κρόκου εμφανίζεται μια εισαγγελέας που του ζητά να εισχωρήσει σε μια ομάδα με εναλλακτική δεξιά ατζέντα, λέγοντάς του πως έχει σκοπό να μαζέψει στοιχεία για τον επικεφαλής της για τη δίωξή του. Ο Κρόκος θα μπει στην ομάδα, θα γνωρίσει από μέσα τις μεθόδους της, θα γράψει κείμενα γι’ αυτήν, θα μάθει να σπρώχνει ειδήσεις, θα τρολάρει για λογαριασμό της, θα εξοικειωθεί φουλ με τη ρητορική της. Θα πάει και ταξίδι κάπου κοντά στα Φιλιατρά στο πλαίσιο της αποστολής του, σε μια έπαυλη κατά μεγάλο μέρος υπόσκαφη, μέσα στον λόφο και μέσα στα αρχαία.

Στο ενδιάμεσο, όχι τυχαία, ο υπολογιστής του είναι μόνιμα ανοιχτός, να παρακολουθεί ζωντανά τη δίκη Τζόνι Ντεπ εναντίον Άμπερ Χερντ. άνοιξη του 2022 – αλλά η δίκη δεν παίζει στην οθόνη απλώς για να τοποθετήσουμε χρονικά τη δράση. Παίζει για να γεννηθεί στο μυαλό μας ο δημόσιος διάλογος των ημερών, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το ανερχόμενο metoo και η αντίδραση σε αυτό.

Ο Μαλαφέκας είναι ‒εικάζω‒ ο πρώτος συγγραφέας που έβαλε τις λέξεις ίνσελ και Stacey σε μυθιστόρημα, πολύ προτού τις μάθουμε όλοι με την προβολή του Adolescence και την πληθώρα των άρθρων που ακολούθησαν. Και ίσως να είναι από τους πρώτους που εκφράζει σε μυθιστόρημα (pulp, noir ή όπως αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί, πάντως όχι επιστημονικής φαντασίας) μια ανησυχία για το πώς θα συνυπάρξουμε με μια τεχνολογία τόσο ισχυρή όσο η τεχνητή νοημοσύνη. Ο κορμός πάντως στο μυθιστόρημα, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, είναι η alt-right κοσμοθεωρία: ο συγγραφέας δεν την ειρωνεύεται, δεν την κάνει να ακούγεται γραφική, την παρατηρεί και την «υπηρετεί» ‒ δεν μπορείς να αντιπαρατεθείς στα σοβαρά με κανέναν αντίπαλο (εντός ή εκτός εισαγωγικών) που παίρνεις στην πλάκα.

Αν έπαιρνα συνέντευξη από τον συγγραφέα, θα τον ρωτούσα, θα σε πείραζε να κυκλοφορούσαν τα βιβλία σου στα περίπτερα; Θα σε πείραζε αν στο εξώφυλλο έγραφε ΒΙΠΕΡ αντί για Αντίποδες; Περιμένεις να σε διαβάζουν εξίσου άντρες και γυναίκες; Αν στα βιβλιοπωλεία υπήρχε ξεχωριστό τμήμα «αντρική λογοτεχνία», θα το κατέτασσες εκεί; (δεν είναι δική μου η ιδέα, η αντιστροφή μιας πραγματικότητας που είδα κάποτε αλλού είναι, υπήρχε Frauenliteratur, «γυναικεία λογοτεχνία», ξεχωριστή κατηγορία, κάποια χρόνια πριν στη Γερμανία). Είναι σωστή η ανάγνωσή μου, το συμπέρασμά μου από το μυθιστόρημα, πως ο φόβος μας για το τι μπορεί η ΤΝ, είναι αυτή τη στιγμή μεγαλύτερος από τον κίνδυνο;

Περιμένεις τελειώνοντας την ανάγνωση ο αναγνώστης να πει, εντάξει, αυτά τα πράγματα δε γίνονται, ή αντίθετα, αυτό δεν είναι μυθιστόρημα, είναι ρεπορτάζ, απλώς με τα ονόματα αλλαγμένα;

Αλλά κυρίως θα τον ρωτούσα, ποιο είναι το επόμενο θέμα σου – ποια είναι η λέξη, η τάση, ποια είναι η αλήθεια, που εσύ έχεις δει γυρνώντας στην Αθήνα με τα μάτια του Κρόκου, και σε όλους εμάς ακόμα διαφεύγει;