«Ποιο μέρος του λόγου να μιλήσει για το μέρος εκείνο που πρέπει εγώ να πω».
«Όταν ήμουν μικρή, πίστευα ότι είχα κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα και ότι αυτό γεννούσε τον σεβασμό των άλλων. […] Τώρα ξέρω, ύστερα από τόσο κόπο, ότι η πραγματική υπεροχή συνίσταται στο να απαρνιέσαι κάθε υπεροχή, κάθε σύγκριση».
Κάτι μέσα στον αναγνώστη της Αυγερινού, από τη μέση του αφηγήματος και μετά, κλωτσάει: τι θέλει να μας πει, και, κυρίως, πώς είναι δυνατό οι γονείς ενός παιδιού (οποιασδήποτε ηλικίας) να είναι τόσο ανάλγητοι; Τείνουμε, πράγματι, να θεωρούμε την αγάπη των γονιών για τα παιδιά τους αυτονόητη. Δεδομένη. Δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε την έλλειψή της, την εκδήλωσή της υπό προϋποθέσεις.
Η αφήγηση ξεκινά όταν η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, που πηγαίνει κάθε Πέμπτη να καθαρίσει στο σπίτι του θείου και της θείας, παρατηρεί ότι ο γιος τους κολλάει κίτρινα χαρτάκια γύρω γύρω, πρώτα πάνω στο ψυγείο, προοδευτικά σε όλο το σπίτι, στους τοίχους, μέχρι και στο πάτωμα. Ο θείος και η θεία είναι τυφλοί: ζουν από το επίδομα που λαμβάνουν ως ανάπηροι και γεμίζουν τις μέρες τους ζωγραφίζοντας, παλιότερα πάνω σε καμβάδες, κι έπειτα, όταν δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο, πάνω στα σώματά τους. Ο γιος τους έχει πια σαρανταρίσει και ζει ακόμα μαζί τους – αν κι έχει τη δουλειά του, φαίνεται πως δεν έχει ακόμα απογαλακτιστεί.
Οι λέξεις που γράφει πάνω στα κίτρινα χαρτάκια είναι ακατάληπτες: μοιάζουν με υπαρκτές, αλλά δεν είναι. Όσο κι αν ο ξάδερφος αναζητά τη μία εκείνη, συγκεκριμένη λέξη, που περιμένει ότι θα του αλλάξει τη ζωή, τόσο αυτή η λέξη του διαφεύγει και η καθημερινότητά του γκρεμίζεται. Σταδιακά χάνει την ικανότητα της ομιλίας, τη συγκρότησή του, αποσύρεται στον εσωτερικό κόσμο της αναζήτησης.
Το παράδοξο είναι πως, ενώ η αφηγήτρια ‒δεμένη με τον ξάδερφό της από τα παιδικά τους χρόνια και άνθρωπος προσγειωμένος, εργατικός, πεζός ίσως («Ο κόσμος δεν αποτελείται από λέξεις, όσους ουρανούς και αν ξηλώσετε για να ανακαλύψετε από τι είναι φτιαγμένοι, δεν θα βρείτε λέξεις, αλλά πράγματα. Οι λέξεις, αν μου επιτρέπετε, είναι σκέτη απάτη»), αλλά σίγουρα αφοσιωμένος στους συγγενείς του‒ ανησυχεί γι’ αυτόν και τον νοιάζεται όλο και περισσότερο, οι γονείς δείχνουν να εισπράττουν μια απρόσμενη ικανοποίηση από την κατάρρευση του γιου. Τέτοια είναι η τυφλότητά τους ‒και δεν μπορεί κανείς εδώ να μη σκεφτεί πως η κυριολεκτική τυφλότητα δεν είναι παρά μόνο μια αλληγορία για τη μεταφορική τυφλότητα κάποιων γονέων‒ που δεν καταβάλλουν καμιά προσπάθεια να στηρίξουν τον γιο τους. Είναι, όπως και πριν, απορροφημένοι από τον εαυτό τους. Δύσκολο να κατηγορήσει κανείς ανθρώπους βυθισμένους μια ζωή στο σκοτάδι, πώς να ισχυριστείς ότι από θύματα έγιναν θύτες;
Και όμως: Ο γιος των τυφλών, ο τυχερός που έχει το φως του, εκείνος που προσπάθησε να τιμήσει το καθήκον που θεώρησε πως του επιβάλλεται από τις περιστάσεις, αναζητά ‒χωρίς να το συνειδητοποιεί‒ μια διέξοδο από την παγίδα της οικογένειάς του. Η καταβύθισή του στην εμμονική αναζήτηση της λέξης που θα του αλλάξει τη ζωή είναι το προανάκρουσμα της εξόδου του από το δόκανο της οικογενειακής συνθήκης, το προανάκρουσμα της διάρρηξης του ομφάλιου λώρου.
Στις «Άγνωστες λέξεις» η αναζήτηση για τη λέξη σηματοδοτεί την αναζήτηση για το όνομα της πράξης, για το νόημα της πράξης που θα ακολουθήσει. Είναι ταυτόσημη με την αναζήτηση της διεξόδου στον κόσμο του αναπόδραστου ‒ όταν πια έχει φτάσει κανείς να αναθεωρήσει τις παλιές του απόψεις, «όπως λόγου χάρη, ότι κανείς άλλος δε μπορεί να σε οδηγήσει σε μια νέα ζωή, εκτός από σένα τον ίδιο».










