«Θα πω κι αυτό. Μου φαίνεται πως εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε και τόσο πολύ η κουλτούρα της γκρίνιας. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά έτσι όπως το σκέφτομαι, οι δυσκολίες και τα βάσανα αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής για τόσο πολύ καιρό που θεωρούνταν πια κάτι αυτονόητο».

Πόση αλλαγή μπορεί να αντέξει ένας τόπος; Πόση αλλαγή μπορεί να αντέξει μια γενιά; Διαβάζοντας για την περιπέτεια της ηλεκτροδότησης στη Δυτική Ιρλανδία, περιδιαβαίνει κανείς νοερά και τα ελληνικά νησιά – το τοπίο τους που άλλαξε δραματικά στον εικοστό αιώνα, γέμισε σύρματα, κτίσματα, κεραίες. Εκεί, στις ακτές της Ιρλανδίας στον Ατλαντικό, όπως και εδώ, υπήρξαν άνθρωποι που θέλησαν την αλλαγή και την πρόοδο, προσπάθησαν γι’ αυτήν, και τη γιόρτασαν όταν ήρθε, υπήρξαν όμως κι εκείνοι που ένιωθαν θαλπωρή και ασφάλεια στους παλιούς τρόπους, στην παράγωνη κουζίνα του σπιτιού τους και στα πέτρινα ντουβάρια του, και δεν θέλησαν να αφήσουν διακόπτες και καλώδια να εγκατασταθούν επάνω τους, φοβούμενοι την «ηλεκτρική απομόνωση» που θα έφερναν μαζί τους.

Ο έφηβος Νόου της αφήγησης, ως γερασμένος πια αφηγητής Νόου, δεν (επι)κρίνει ούτε τους μεν ούτε τους δε: στους δυο περίπου μήνες που καλύπτει η αφήγηση, μια άνοιξη στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα ‒μια άνοιξη ηλιόλουστη με τρόπο πρωτόφαντο για εκείνα τα μέρη (σαν για να πει πως δε χρειαζόμαστε άλλο φως πέρα απ’ του ήλιου)‒, συμμετέχει σε αυτή την περιπέτεια, όντας παρών και από τις δύο πλευρές. Είναι μια εποχή που θα χαράξει την ψυχή του, καθώς το νέο εισβάλλει στη ζωή του από όλες τις πλευρές – η προετοιμασία για τον ερχομό του ηλεκτρικού ρεύματος μοιάζει για τον Νόου συμβολική για τα ρεύματα της ζωής που σκάνε επάνω του. Μέσα σε δυο μήνες συμπυκνώνονται εξελίξεις που ο Νόου αναθυμάται σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά ‒ η γνωριμία του με τις τρεις αδερφές Τρόι, η προσπάθειά του να επανακαθορίσει τη σχέση του με τα θεία, η συμβίωση με τον παππού και τη γιαγιά του, η προσπάθεια να επεξεργαστεί την απώλεια της μητέρας του, η καθημερινή συνύπαρξη με έναν άντρα στο τέλος της ωριμότητάς του, τον Κρίστυ, τη στιγμή που αυτός κάνει τον απολογισμό της ζωής του και προς τον οποίο ο Νόου αναπτύσσει μια σχέση που δεν θέλει να είναι μέντορα-μαθητή, αλλά ισότιμη και αγαπητική σχέση συνοδοιπόρων.

Η οικειότητα που νιώθει ο αναγνώστης στο ιρλανδικό τοπίο του βιβλίου είναι συνεχής – το φυσικό τοπίο διαφέρει, το ανθρώπινο όμως προσομοιάζει. Η προστασία της ιδιοτροπίας στον μικρό τόπο μας είναι γνωστή, η κυκλοφορία των ιστοριών (που ήταν μυστικές) από στόμα σε στόμα ώστε να τις μάθουν όλοι, το ίδιο. Ούτε η πεντηκονταετής καθυστέρηση της επαρχίας σε σχέση με την πρωτεύουσα μας ξενίζει, ούτε οι τακτικισμοί των πολιτευόμενων και οι συνεχείς υποσχέσεις τους.

Και είναι αυτό το ανθρώπινο τοπίο που είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, κι όλο το βιβλίο μοιάζει με ωδή στις συνήθειες της κοινότητας – τι σήμαινε για εκείνους τους ανθρώπους τότε η εκκλησία και τι ο κινηματογράφος, πώς μπήκε στη ζωή τους το τηλέφωνο και το αυτοκίνητο, τι κομβικό ρόλο είχε για εκείνους η μουσική και ο χορός.

Η βραδινή περιήγηση των δύο αντρών με τα ποδήλατα, δίπλα στη θάλασσα, μες στο πηχτό σκοτάδι που δεν έχει φωτίσει ακόμα κανένας στύλος του ηλεκτρικού, μέσα στη ζεστή και μπλε νύχτα, σε αναζήτηση της μουσικής, που δεν ξέρουν σε ποια παμπ θα παίζεται αφού οι οργανοπαίχτες δεν είναι επαγγελματίες, συμπυκνώνει όλη την αίσθηση της θαλπωρής και της ελευθερίας που υφαίνει η αφήγηση.

«Ακούσαμε τρεις μουσικούς. Ήταν δυο γέροι άντρες και μια γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας που έπαιζε ακορντεόν. Είχαν μια φυσική δεξιοτεχνία που έκανε τη μουσική να μοιάζει με κάτι που δεν μαθαίνεται. Δεν είχαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω σ’ εκείνες τις μελωδίες. Βρίσκονταν στον αέρα γύρω τους. Ήταν δικές τους μόνο με τον τρόπο που ήταν δικά τους τα αγριολίβαδα και οι καλαμιές και η βροχή. Ήταν του τόπου εκείνου και είχαν τόσο τη φτώχεια όσο και τα πλούτη του. Και ίσως εξαιτίας των μπερδεμένων συναισθημάτων που ένιωθα εκείνη τη βραδιά, και επειδή κανένα απ’ αυτά δεν κατάφερνε να βρει το δρόμο του και να μπει σε λέξεις, όσο περισσότερο έπαιζαν οι μουσικοί τόσο πιο βέβαιος ένιωθα ότι η ιρλανδική μουσική ήταν μια γλώσσα από μόνη της, μια γλώσσα που μπορούσε να εκφράσει την έκσταση και την αγαλλίαση και την ελαφρότητα και την ευθυμία μαζί με τη θλίψη και την απώλεια και τη σκοτεινιά, και μέσα στους ρυθμούς και τις επαναλήψεις της βρίσκονταν τα ίχνη της ανθρώπινης περιπλάνησης στον κόσμο, να κάνουν κύκλους, ξανά και ξανά».

Ο Νόου ήδη στο τέλος αυτού του τόσου πυκνού διμήνου έχει συνειδητοποιήσει ‒και συμφιλιωθεί‒ με την παροδικότητα των πραγμάτων: ανθρώπων, τόπων, συνηθειών. Ο άνθρωπος αντέχει την αλλαγή, μοιάζει να λέει. Αρκεί να έχει ζήσει.