«Τη γυναίκα που λατινικά μαθαίνει, τέλος κακό την περιμένει». Αυτές είναι οι πεποιθήσεις για τον ρόλο της γυναίκας την εποχή που μεγαλώνει η Κάρμεν – τόσο στο βιβλίο, όσο και στην πραγματικότητα. Γεννημένη το 1925, η Κάρμεν ήταν πολύ μικρή το 1936 για να έχει άποψη για τον εμφύλιο πόλεμο που τότε ξεκινούσε στην Ισπανία, και αρκετά μεγάλη για να έχει ξεκάθαρες αναμνήσεις. Τόσο μικρή ώστε να χρειάζεται το παιχνίδι, τόσο μεγάλη ώστε να αναζητά ένα καταφύγιο στη φαντασία.

Στο «Πίσω δωμάτιο» η Κάρμεν, επιτυχημένη πλέον συγγραφέας, ανατρέχει στις μνήμες εκείνης της εποχής, τόσο του εμφυλίου πολέμου όσο και της περιόδου που ακολούθησε. Δεν είναι χρονικό αυτό που γράφει όμως, δεν είναι μαρτυρία. Είναι μια απολύτως προσωπική, συνειρμική καταγραφή, όπου οι μνήμες των γεγονότων της δικής της μικρο-ιστορίας συνυφαίνονται με τη διαδρομή της στη λογοτεχνία. Στην ανάγνωση, στην επινόηση ιστοριών, και σιγά σιγά και στη γραφή.

Το όχημα για τη μετακίνησή της στον χρόνο, για την καταβύθιση στο παρελθόν –όπως βυθίζεται κανείς σε όνειρο–, είναι οι ερωτήσεις ενός επισκέπτη, δημοσιογράφου μάλλον, που έρχεται μια βραδιά για να πάρει συνέντευξη από την Κάρμεν.  Αυτός θα κεντρίσει την Κάρμεν να μιλήσει: για τις φίλες της παιδικής της ηλικίας, για τα παιχνίδια που σκαρφίστηκαν μαζί και την αντοχή τους στον χρόνο.

Για το πίσω δωμάτιο, που ήταν κάποτε πριν από τον πόλεμο, το δωμάτιο του παιχνιδιού και της μελέτης, το παιδικό δωμάτιο, και που έγινε αργότερα κελάρι, χώρος αποθήκευσης τροφίμων, προς αντιμετώπιση των επερχόμενων ελλείψεων, ένας χώρος σύμβολο του τέλους της παιδικής ηλικίας, εκεί που οι πρακτικές ανάγκες της ζωής παραμέρισαν κάθε άλλη ανάγκη.

Για τη λογοτεχνία ως καταφυγή και ως διαφυγή: ως κλείσιμο και ως άνοιγμα στον κόσμο, ως κρυψώνα και ως ταξίδι. «- Σε ποια ηλικία αρχίσατε να γράφετε; με ρωτάει ο άντρας με τα μαύρα. Τον κοιτάζω. Βάζω στοίχημα πως ξέρει τι σκέφτομαι. Δεν ξέρω πώς, αλλά έχει δει κι εκείνος το χάρτινο κάστρο. – Θέλετε να πείτε, σε ποια ηλικία άρχισα να ψάχνω για καταφύγιο;». Για την αίσθηση αδυναμίας και ανεπάρκειας του λογοτέχνη – πώς να αποδώσει ο λόγος το συναίσθημα, πώς να συγκρατήσει το βίωμα;

Για τις αντιλήψεις της εποχής ως προς τον ρόλο της γυναίκας. Την επιμονή του φρανκικού καθεστώτος να ντρεσάρει τις γυναίκες στον ρόλο της νοικοκυράς, να τους φορέσει το προσωπείο της εργατικής και χαρούμενης, καλής συζύγου. Τον ήσυχο, βαθύ και στέρεο φεμινισμό της μητέρας της: «η μητέρα μου δεν ήταν υπέρμαχος του γάμου, ούτε με έμαθε ποτέ να ράβω και να μαγειρεύω. Αντίθετα πάντοτε με παρότρυνε να σπουδάσω. Μια μέρα που κάποια κυρία είχε πει για μένα, κουνώντας με αποδοκιμασία το κεφάλι της  “τη γυναίκα που λατινικά μαθαίνει, τέλος κακό την περιμένει”, η μητέρα μου της απάντησε: “ακόμα και το πώς θα ράψει ένα κουμπί, το μαθαίνει πιο καλά μια ξύπνια, παρά μια κουτή”».

Το «Πίσω δωμάτιο» κυκλοφόρησε το 1977, λίγο μετά αφότου ξεπάγωσε ο χρόνος, με τον θάνατο του Φράνκο το 1975 και τη σταδιακή μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία. Η Κάρμεν Γκάιτε τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ισπανίας για το βιβλίο αυτό το 1978,  καθώς και με το Εθνικό Βραβείο των Ισπανικών Γραμμάτων, για το σύνολο του έργου της, το 1994.