Ήδη ο τίτλος «Το αδελφομοίρι» προοικονομεί την ιδιωματική γλώσσα της συλλογής διηγημάτων του Αντώνη Πάσχου. Ωστόσο, ο αναγνώστης μόλις που προλαβαίνει να παραξενευτεί – τόσο συνεπής είναι αυτή η χρήση της γλώσσας, τόσο γρήγορα παρασύρεται στην πλοκή των διηγημάτων ο αναγνώστης, που η γλώσσα αυτή μπορεί ακόμα να τον δυσκολεύει, αλλά πάντως, παύει να τον ξενίζει, μοιάζει φυσική: αν χρειαζόταν να απαντήσει σε κάποιον από τους ήρωες των διηγημάτων, σε αυτή τη γλώσσα θα τους απαντούσε, με όσες λέξεις θα είχε κατακτήσει.
Τα διηγήματα είναι τοποθετημένα στον ίδιο χώρο και χρόνο, και σιγά σιγά αποκαλύπτεται πως αποτελούν στιγμιότυπα από τις ζωές των κατοίκων του ίδιου τόπου, που εμφανίζονται ως κεντρικοί ήρωες σε ένα διήγημα και ως περιφερειακά πρόσωπα σε κάποιο άλλο. Επίκεντρο της δράσης είναι το χωριό με το όνομα Τζαραβλίκι: δεν διευκρινίζεται αν είναι πραγματικό όνομα, πάντως το χωριό δεν εντοπίζεται στον χάρτη, και ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο, δεδομένης της ευαισθησίας που εξακολουθεί να υπάρχει στη δημόσια συζήτηση για τα θέματα της πρόσφατης ιστορίας. Το Τζαραβλίκι τοποθετείται κοντά στο Παγγαίο, στην περιοχή μεταξύ Σερρών και Δράμας, και ο χρόνος της δράσης είναι η εποχή περί την εξέγερση της Δράμας (28-29 Σεπτεμβρίου 1941).
Οι κάτοικοι στο Τζαραβλίκι ζουν πολλούς διχασμούς – ο τόπος περνάει από την ελληνική επικράτεια στη βουλγαρική κατοχή, αλλά ούτε οι Έλληνες είναι ένα ενιαίο σύνολο, ούτε και οι Βούλγαροι, άλλοι είναι βασιλικοί, εξαρχικοί και άλλοι κομμουνιστές. Για τους Έλληνες έχει σημασία αν κάποιος «βουλγαρογραφτεί», που θεωρείται κίνηση προδοτική. Τους μεικτούς γάμους δεν τους επιθυμούν ούτε οι Έλληνες ούτε οι Βούλγαροι, τους θεωρούν μειωτικούς ‒πως η άλλη πλευρά δηλαδή τους χάλασε το παιδί‒ οι μεικτοί γάμοι, ωστόσο, εξακολουθούν να συμβαίνουν και κάποια παιδιά είναι επομένως ανάμεικτα, λίγο Έλληνες και λίγο Βούλγαροι (όπως ο Νικολάι στην «Ουρά του διαόλου») .
Τα γεγονότα της Δράμας δεν εξιστορούνται αναλυτικά, αποτελούν έναν μακρινό αχό. Μαθαίνουμε πως οι κάτοικοι της Δράμας ανατίναξαν δυο ηλεκτρικά εργοστάσια, πως η εξέγερση κατεστάλη σε λίγες μόνο μέρες. Το βάρος της αφήγησης πέφτει στις συνέπειες της κατοχής και της καταστολής: στην ανάγκη των χωρικών να αφήσουν το χωριό τους και να φύγουν, ακόμα μια φορά, προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες.
Ενδιαφέρον έχει πως εκείνοι που μετακινούνται ευκολότερα είναι εκείνοι που δεν έχουν το παραμικρό, οι φτωχότεροι όλων. Όσοι έχουν ένα μαγαζί, ένα σπίτι, κτήματα, παρόλο που ξέρουν τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν, δεν αφήνουν το βιος τους να φύγουν. Μένουν και υφίστανται τις συνέπειες: να δουν ότι στο μαγαζί τους μπαίνει υποχρεωτικά συνέταιρος κάποιος που ορίζει ο νέος κοινοτάρχης, να τους καταληστέψουν. Συμβαίνει όμως επίσης στις συνθήκες της αταξίας να κάνουν κατάχρηση της όποιας δύναμης τους δίνει το μέρος της εξουσίας που μένει στα χέρια τους, ιδίως με την κακοποίηση γυναικών και ομοφυλόφιλων.
Ο κόσμος που περιγράφει ο συγγραφέας είναι ένας κόσμος χωρίς ευαισθησίες. Ελάχιστα πρόσωπα υπερβαίνουν την απλή ανάγκη για επιβίωση και ικανοποίηση των άμεσων και στενά προσωπικών αναγκών τους (επισιτιστικών και σεξουαλικών). Τα περισσότερα πρόσωπα είναι μαθημένα στη βαναυσότητα, η κακία πλέον ούτε καν τους εκπλήσσει, παρασύρονται κιόλας και οι ίδιοι σε μια πλειοδοσία του κακού. Η σκληρότητα και η βία είναι καθημερινό νόμισμα, σε αυτό γίνονται οι συναλλαγές τους – πολλές φορές ακόμα και με τα πιο κοντινά τους πρόσωπα, τα ίδια τους τα αδέλφια (όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη “Λιμόνοβα”, το καλύτερο κατά τη γνώμη μου διήγημα της συλλογής, όπου η σκυτάλη της αφήγησης περνάει από τον έναν αφηγητή στον άλλο, πάντοτε στο πρώτο πρόσωπο, ακόμα και μέσα στην ίδια φράση, όπως πρέπει δηλαδή να είναι σε μια σκυταλοδρομία, χωρίς στάση, χωρίς παύση – ενώ ο λόγος ρέει).










