Το βραβευμένο από την κριτική επιτροπή του 1ου Διαγωνιστικού φεστιβάλ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΑΝΑΛΟΓΙΟ 2018 που διοργάνωσε το «Θέατρο Από Κοινού» έργο της Ανθής Ζαχαριάδου και του Μάριου Νικολάου ανέβηκε την Παρασκευή 23/11/2018 και για λίγες μόνον παραστάσεις στη σκηνή αυτού του ανοικτού χώρου που φιλοδοξεί ως φαίνεται να γίνει φυτώριο νέων καλλιτεχνών στον χώρο του θεάτρου. Όμως έστω κι αυτό το «αντίδωρον», το «δείγμα δουλειάς» εγγράφεται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα κι εμπλουτίζει τη συλλογική συνειδητότητα με πολιτισμικά ψήγματα ανωτέρου επιπέδου και πολύτιμης ποιότητας.

Εκπληκτικό εύρημα η σουρεαλιστική κωμική αντιστροφή της απολυταρχικής υλιστικής ουτοπίας του όχι και τόσο μακρινού 2080, όπου τα Καλλιτεχνικά Μαθήματα κι Επαγγέλματα αποφέρουν πλούτο, κοινωνική άνοδο και πολυτέλειες, ενώ τα Λογιστικά και Μαθηματικά είναι επιχορηγούμενες περιττές ενασχολήσεις!!! Και μόνον γι’ αυτό το έργο τούτο θα πρέπει να μεταφραστεί αμέσως και να παίζεται σε όλες τις σκηνές του κόσμου. Είναι πέρα και από το Παράλογο και από τον Υπερ-ρεαλισμό και από το Μεταμοντέρνο. Είναι καθαρή σάτιρα με έντονη χρήση σαρκασμού και κωμικής ειρωνείας, αιχμηρή κοινωνική κριτική για τα αδιέξοδα του λεγόμενου Δυτικού Πολιτισμού μας, όπου κάθε «μεταφυσική» κουβέντα περί «ψυχής», «θεού», «πίστης» σε κάτι άλλο από τη Βασίλισσα Θυμέλη, την Ανωτάτη Πνευματική Οντότητα του Κράτους δεν είναι μόνο ανεπίτρεπτη, παράνομη κι αδιανόητη αλλά άμεσες κυρώσεις!!!

Βεβαίως, κάπου χάνεται το νήμα αυτού του εσκεμμένως αρνητικού (όπου το άσπρο γίνεται μαύρο και ο Δίκαιος Λόγος Άδικος), πρώτον γιατί η μονότονη επανάληψη αυτού του μοτίβου στερεί από τον θεατή/επαρκή αναγνώστη το στοιχείο της έκπληξης και δεύτερον γιατί χάνονται κάποιοι τόνοι των απολυταρχικών αλλά και των δημοκρατικών καθεστώτων που σατιρίζονται.

Αναπόφευκτη τεχνική δυσλειτουργία, επειδή το «φανταστικό» απαιτεί μια προγενέστερη μακρά πολιτιστική παράδοση εντοπιότητας, ενώ εδώ η «παγκοσμιοποιημένη» υπερχρονική και υπερ-τοπική πατίνα στερεί το επινόημα από το πεδίο αναφοράς που θα το καθιστούσε ευνόητο ως «αίρεσις» ή «αντιστροφή», παράθλασις ή παραμόρφωσις του αρχικού σχεδίου. Μόνο που οι καλοί και άξιοι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς δεν έχουν ξεκαθαρίσει τον στόχο τους: είναι ο φασισμός των απολυταρχικών καθεστώτων ή είναι ο καθημερινός φασισμός στα πλαίσια «δημοκρατικών» πολιτευμάτων που δεν είναι ούτε τόσο «ανοικτά» ούτε τόσο «ανεκτικά» όσο δηλώνουν…

Φυσικά κάθε θεατρική σύμβαση έχει τα όριά της, φτάνει να τίθεται με σαφήνεια και κατανοητό από τον αποδέκτη συνδημιουργό θεατή τρόπο, όμως εδώ πρόκειται μάλλον για μια όχι πρόχειρη αριστοφανική εκτόνωση που παλινδρομεί ανάμεσα στο χαοτικώς τυχαίο και στο ορθολογιστικώς προδιαγεγραμμένο. Κατασκεύασμα λοιπόν, νοητικό, «εγκεφαλικό» αλλά όχι και άνευρο το έργο αυτό, που ορθώς μεν το διάλεξε η κριτική επιτροπή σαν το καλύτερο από τα υποβληθέντα, δεν έχει όμως –κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη– καμία προοπτική να διαπρέψει διεθνώς (εκτός φοιτητικών, ερευνητικών, πειραματικών θεατρικών χώρων) και να κλέψει την απρόβλεπτη θεατρική μεταφορά του οργουελικού «1984». Άλλο ένα πείραμα, καλογραμμένο και καλοχτισμένο, για δική μας στενή, περιορισμένη σε χώρο και σε χρόνο κατανάλωση. «Το μη χείρον βέλτιστον», τολμώ να πω και «με γνώσιν των συνεπειών του Νόμου» της …Κωνολάνδης των επισήμων κι ανεπισήμων, κατεστημένων και …αντικαθεστωτικών θεατρικών μας πραγμάτων.

Συγχαίρω την Ελένη Γερασιμίδου και τον Αντώνη Ξένο, τα μέλη της κριτικής επιτροπής και ιδιαίτερα τον Παναγιώτη Μέντη για τον ολόθερμο πρόλογο στην έκδοση (σε υπερθετικό βαθμό όλα!!!), αλλά δεν συμφωνώ πως αυτό το έργο κι αυτοί οι συγγραφείς μπορούν να γίνουν «παγκόσμιοι» αν και δεν διαφέρουν σημαντικά από τον «μάστορα του θεατρικού λόγου» συχωρεμένο Ιάκωβο Καμπανέλλη.

Οπωσδήποτε όμως τα πάντα (και ειδικά τα θεατρικά κείμενα) κρίνονται από τον αδέκαστο Χρόνο, αλλά παρ’ όλα αυτά διακινδυνεύω αυτή την πρόγνωση-διάγνωση ενός επαρκούς θεατή που λατρεύει το θέατρο από τα γεννοφάσκια του, όπως ο ήρωας αυτού του έργου λατρεύει τα Λογιστικά με όλη την «ψυχή» του!!!

Έξυπνα γραμμένο έργο, πρωτότυπες επινοήσεις, πολλαπλές διαδοχικές αντιστροφές, αλλά δεν έχει κατακτηθεί ακόμα η αποκτώμενη μόνο με τον σκηνικό χρόνο και τις άπειρες εργατοώρες θεατρικής πρακτικής τεχνική επιδεξιότητα.