Η αβάσταχτη ελαφρότητα της αναζήτησης της Τελειότητας

Ποιος θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για τη ζωή των εκπατρισμένων, ύστερων millenials, που ζουν και εργάζονται στον κόσμο της ψηφιακής πλέον κανονικότητας, από έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της γενιάς αυτής; Ο Βιντσέντζο Λατρόνικο, έχοντας και ο ίδιος ζήσει δεκατέσσερα χρόνια στο Βερολίνο, διερωτάται γιατί οι νέοι (και ίσως κάποιοι λιγότερο νέοι) της εποχής του σε Ευρώπη και Αμερική κυνηγούν εμπειρίες γαστρονομικές, πολιτιστικές, ταξιδιωτικές, σεξουαλικές, που έχουν παρόμοια σφραγίδα αισθητικής και αποκτούν υπόσταση μόνο όταν ανεβαίνουν στα κοινωνικά δίκτυα, παραδίδοντάς μας ένα απολαυστικότατο έργο, με πολύ και ουσιαστικό προβληματισμό και ελάχιστες απαντήσεις.

Ο φακός του συγγραφέα ακολουθεί ένα νεαρό ζευγάρι ψηφιακών νομάδων που ζει σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις. Ταξιδεύει πολύ, έχει αρκετά χρήματα για εξόδους σε καλαίσθητα καφέ και κλαμπ, που ανεβαίνουν πάντα σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, έχει διακοσμήσει το σπίτι του με λεπτομέρειες μίνιμαλ ινσταγκραμικά αποδεκτής αισθητικής, αφήνει φιλοδώρημα στους σερβιτόρους, έχει θέση υπέρ της συμπερίληψης, προβληματίζεται για το μεταναστευτικό και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στη σύγχρονη τέχνη. Κι όμως κάτι τους λείπει. Πίσω από την κουρτίνα της τέλειας ζωής, με τις τέλειες επιλογές, κάτι πάντα τους φαίνεται λίγο και βαρετό και τους ωθεί σε νέες αναζητήσεις, οι οποίες καταλήγουν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα.

Οι επιρροές από τα Πράγματα του Περέκ, θεματικές, δομικές και υφολογικές, είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Και στα δύο έργα έχουμε ένα ζευγάρι που λειτουργεί ως ενιαία μονάδα, ζώντας την ιδανικότερη εκδοχή της ζωής των συνομηλίκων τους στο δυτικό κόσμο, το οποίο ο κάθε αφηγητής παρακολουθεί από απόσταση. Και στις δύο περιπτώσεις τα ζευγάρια ζουν σύμφωνα με τις επιταγές του τί προβάλλεται σε κάθε εποχή ως επιτυχία και πώς αυτό ταυτίζεται, ελλείψει βαθύτερων ερεισμάτων, με την ευτυχία. Και στα δύο έργα, τέλος, οι ήρωες καταλήγουν να ζουν επιφανειακά, χωρίς να έχουν εντοπίσει τί πραγματικά δίνει αξία στη ζωή. Σε αντίθεση, ωστόσο, με το ζευγάρι του Λατρόνικο, που απλώς συνεχίζει το κυνήγι της τελειότητας, από εκεί που το άφησαν οι – πιθανότατα εξίσου προνομιούχοι – γονείς τους, ο Ζερόμ και η Συλβί του Περέκ έχουν ίσως καταγράψει στη συνείδησή τους τις καταστροφικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες ενός πολέμου μέσα από τα βιώματα των γονιών τους και έχουν συνειδητά επιλέξει να βυθιστούν στην ευμάρεια και στον καταναλωτισμό, εξορκίζοντας το φόβο της μιζέριας. Εξ ου και η άλωσή τους από το καπιταλιστικό πνεύμα έχει συντελεστεί μόνο σε ένα πρώτο επίπεδο, των πραγμάτων, ενώ στην “Τελειότητα” έχει περάσει και σε αυτό των πολυπόθητων και πολυδιαφημιζόμενων “εμπειριών”.

Οι περιγραφές των αντικειμένων και η σύνδεσή τους με την ουσία και το στόχο της αφήγησης παραπέμπουν και σε άλλους Γάλλους συγγραφείς. Έτσι, για παράδειγμα η μονστέρα του Λατρόνικο γίνεται ό,τι το γάντι στη “Νάντια” του Μπρετόν ή οι μαντλέν στο “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο” του Προυστ ή τα παπούτσια της πρωταγωνίστριας στον “Εραστή” της Ντυράς: φορείς όχι μόνο μιας ιστορίας, αλλά και μιας αίσθησης ή καλύτερα, μιας ιδέας. Στην περίπτωση του έργου του Λατρόνικο, παραπέμπουν στην εμμονική ιδέα της τέλειας ζωής. Για την οποία ο συγγραφέας δεν μας δίνει κάποιο στοιχείο αν πιστεύει ότι υπάρχει, αν χάνεται κάτω από το βάρος άστοχων κι επιφανειακών επιλογών ή αν τελικά το να την επιζητά κανείς, ακόμα και αν δεν υπάρχει, νοηματοδοτεί την ίδια την ύπαρξη.

Η Τελειότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κείμενο αντιαφηγηματικό, καθώς το διακρίνει η έλλειψη συμβατικής πλοκής, κορύφωσης και διαλόγων, ενώ παράλληλα εστιάζει στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της ζωής των ηρώων, την εικόνα δηλαδή, και όχι το τι πραγματικά συμβαίνει. Η φόρμα εξυπηρετεί το σκοπό της αφήγησης που είναι η ψυχρή, απόμακρη παρατήρηση και η άρνηση του συγγραφέα να καθοδηγηθεί ο αναγνώστης σε συμπεράσματα. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η εξαιρετική απόδοση από τη μεταφράστρια τόσο του ιδιαίτερου ύφους, όσο και των νεολογισμών που εμπεριέχει το κείμενο.

Μεταμοντέρνο, χωρίς να είναι ακραίο -ούτε καν πειραματικό – καυστικό, με μία δόση υποδόριας, ωστόσο, συμπόνοιας για τους πρωταγωνιστές, παρά την αποστασιοποιημένη περιγραφή, σατιρικό και εν μέρει (αυτο)υπονομευτικό, η Τελειότητα είναι κάτι παραπάνω από χρονικό μιας εποχής ή κριτική του σύγχρονου τρόπου ζωής: Είναι μια υπαρξιακή καταβύθιση στο αιώνιο ερώτημα πώς ορίζεται η ευτυχία. Ή ακριβέστερα, ποιος είναι αυτός που την ορίζει τελικά.