«Ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και σε κάτι άλλο»

Τριάντα χρόνια σχεδόν μετά τον θάνατο του Φράνκο (1975) και τη μετάβαση προς τη δημοκρατία στην Ισπανία κυκλοφόρησε το μοναδικό μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μέντεθ «Τα τυφλά ηλιοτρόπια» (2004). Τέσσερα διηγήματα, που λειτουργούν αυτοτελώς, όμως συνδέονται με κάποιον τρόπο μεταξύ τους, συναπαρτίζουν αυτό το χαμηλών τόνων βιβλίο. Όλα τους διαδραματίζονται μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Κάθε ένα από αυτά μιλάει για μια ήττα.

1939. Το πρώτο διήγημα είναι η ιστορία ενός στρατιώτη, που έχει υπηρετήσει τους πραξικοπηματίες και αποφασίζει, τα χαράματα της παράδοσης της Μαδρίτης στη στρατιά του Φράνκο, να αυτομολήσει, να παραδοθεί στην πλευρά των Δημοκρατικών. Η κίνησή του είναι τόσο παράλογη, που δεν την πιστεύει κανείς, σε καμιά πλευρά του μετώπου. Θα δικαστεί παρόλα αυτά, και θα καταδικαστεί σε θάνατο. Στη δίκη του εξηγεί το παράλογο: «δεν θελήσαμε τότε να κερδίσουμε τον πόλεμο […] θέλαμε να τους σκοτώσουμε.» Η εκτέλεσή του όμως γίνεται τόσο βιαστικά, που παραμένει στη ζωή. Νεκρός και ζωντανός μαζί, αφού σε καμιά πλευρά δεν ανήκει, και κανείς δεν θέλει να τον προστρέξει.

1940. Το δεύτερο διήγημα διαδραματίζεται στα βουνά, εκεί όπου «ξεχειμωνιάζουν οι χειμώνες». Είναι η ιστορία ενός νεαρού ποιητή, που δεν κατάφερε να διαφύγει, περνώντας από την άλλη πλευρά των συνόρων, αφού ξεκίνησε για το δύσκολο αυτό εγχείρημα μαζί με την έγκυο γυναίκα του που δεν τα κατάφερε. Η κοπέλα πεθαίνει στη γέννα, το παιδί επιβιώνει. Στις λίγες σελίδες του διηγήματος παρακολουθούμε τον νεαρό πατέρα να μετεωρίζεται ανάμεσα στη δύναμη της ζωής που ενσαρκώνει ο γιος του και στον μαγνητισμό του θανάτου μετά την απώλεια της γυναίκας του. Ο τρόπος που ο ποιητής του διηγήματος ταΐζει τον νεογέννητο γιο του και σκαλίζει με το μολύβι του, που κοντεύει να τελειώσει, στίχους στο τετράδιό του φέρνει στον νου έναν άλλο έγκλειστο, ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον φυλακισμένο ποιητή Μιγκέλ Ερνάντες, πολύ γνωστό στην Ισπανία και από «Τα νανουρίσματα του κρεμμυδιού» που έγραψε για τον μικρό του γιο, όταν εκείνος ήταν ήδη έγκλειστος στη φυλακή, όπου και πέθανε το 1941.

1941. Η ιστορία του τρίτου διηγήματος εκτυλίσσεται σε μια φυλακή. Ο μόνος λόγος που ο φυλακισμένος πρωταγωνιστής, από τους ηττημένους του πολέμου, είναι ακόμα στη ζωή είναι ότι έτυχε να γνωρίσει τον, σκοτωμένο πια, γιο του αξιωματικού που διευθύνει τις δίκες του στρατοδικείου. Οι ψευδείς αναμνήσεις του από αυτή τη γνωριμία είναι βάλσαμο για τη μητέρα του νεκρού νεαρού. Κάθε συνάντηση μαζί της είναι χρόνος επιπλέον ζωής γι’ αυτόν, η εκτέλεσή του αναβάλλεται. Είναι όμως δάνειος χρόνος. Το σημαντικότερο δεν είναι πόσα ψέματα θα μπορέσει να πει για να κρατηθεί στη ζωή, αλλά πόσα ψέματα θα θελήσει να πει.

1942. Το τέταρτο διήγημα, το εκτενέστερο, και αυτό που δίνει το όνομά του στο βιβλίο, είναι μια ιστορία ερωτικής (;) εμμονής: ο ιερέας και δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο παθαίνει εμμονή με τη μητέρα ενός μικρού μαθητή του, υποθέτοντας πως ο πατέρας του παιδιού, αφού δεν εμφανίζεται πουθενά, δεν υπάρχει. Ο πατέρας, ωστόσο, υπάρχει – και είναι καθημερινά παρών στη ζωή της οικογένειας, παρά την ανάγκη να παραμένει κρυμμένος για να μην συλληφθεί. Κάθε προσπάθεια της μητέρας να κρατήσει τον ιερέα σε απόσταση αποβαίνει μάταια, καθώς εκείνος έχει τέτοια πεποίθηση σε αυτό που βλέπει ως αποστολή του, τέτοια πεποίθηση στην ανωτερότητά του, που παραμένει τυφλός στη μη ανταπόκριση.

Σε κάθε διήγημα του Μέντεθ κρύβεται το ερώτημα, ποιο είναι το ελάχιστο που χρειάζεται κανείς για να ζήσει; Τι μας κρατάει στη ζωή; Κανένας από τους ήρωές του δεν φεύγει τυχαία, κανένας θάνατος δεν είναι «εύκολος». Αντιθέτως, οι ήρωές του κερδίζουν ανέλπιστα χρόνο ζωής – και προσπαθούν αυτόν τον χρόνο να τον αξιοποιήσουν. Κανείς τους δεν είναι δειλός, κανείς τους δεν είναι ηττοπαθής. Όταν αφήνονται να φύγουν, είναι γιατί έχουν πλέον αποφασίσει πως οι δεσμοί τους με τη ζωή έχουν λυθεί, πως δεν υπάρχουν πια οι προϋποθέσεις για να ζήσουν. Σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις του, ο Μέντεθ το διατύπωσε ως εξής: «Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που πρέπει να αποφασίσεις, όχι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, αλλά ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και σε κάτι άλλο. Θέλησα να πω ένα τραγούδι, να υμνήσω την αξιοπρέπεια».

Στην Ισπανία «Τα τυφλά ηλιοτρόπια» σημείωσαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Ο συγγραφέας τιμήθηκε με το βραβείο Πεζογραφίας και το βραβείο Κριτικών το 2005. Το τέταρτο από τα διηγήματα έγινε ταινία με τον ίδιο τίτλο, ενώ το δεύτερο έχει μεταφερθεί στο θέατρο. Το βιβλίο έχει επίσης μεταφραστεί και έχει συμπεριληφθεί στα βιβλία προς ανάγνωση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ισπανία. Το 2015 κυκλοφόρησε ο τόμος «Τα τυφλά ηλιοτρόπια: δέκα χρόνια μετά», όπου συγκεντρώνονται ακαδημαϊκές αναγνώσεις του έργου του, καθώς και ορισμένα ακόμα  κείμενα και συνεντεύξεις.