Ο Γκρέγκορ φον Ρετσόρι αποτελεί πολύ ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα, τόσο λόγω του τρόπου γραφής του, όσο και λόγω της ταυτότητάς του: γεννημένος το 1914 στο Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνα, γόνος γερμανόφωνης αριστοκρατικής οικογένειας της Σικελίας από την πλευρά του πατέρα του, όπως μαρτυρά το όνομά του, με καταγωγή από αυστριακή οικογένεια με ρίζες στην Ελβετία από την πλευρά της μητέρας του, Ρουμάνος υπήκοος μετά την κατάρρευση της Αυστροουγγαρίας, πολίτης πολλών πατρίδων και καμίας, ο συγγραφέας έζησε σε μια Ευρώπη που χάνεται, σε μια εποχή που κυοφορούσε το γκρέμισμα ενός παλιού κόσμου, για να γεννήσει έναν ακόμη χειρότερο που βύθισε τη Γηραιά Ήπειρο στο αίμα και στη μισαλλοδοξία.
Με ατμόσφαιρα που θυμίζει εν πολλοίς την απαισιοδοξία και μελαγχολία του Γατόπαρδου του ντι Λαμπεντούζα ‒είναι ο πεσιμισμός της μετάβασης‒, αλλά και με το ιδιαίτερο, αυτοσαρκαστικό όσο και αποστασιοποιημένο χιούμορ του, ο Ρετσόρι μας ταξιδεύει στην Μπουκοβίνα των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μια περιοχή όχι ιδιαίτερα προβεβλημένη στην ευρωπαϊκή ιστορία, η οποία, ωστόσο, αποτέλεσε μήλον της έριδος και πεδίο μαχών μεταξύ ρωσικών, αυστροουγγρικών και γερμανικών στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τα εδάφη της να αλλάζουν διαρκώς χέρια τα χρόνια που ακολούθησαν.
Τα Περσινά Χιόνια είναι μια αφήγηση σε μορφή περίπου απομνημονευμάτων, καθώς μέσα από τη σχέση του με τους πέντε σημαντικότερους ανθρώπους των παιδικών του χρόνων παρουσιάζει την προσωπική του ιστορία και ταυτόχρονα τη μοίρα μιας ολόκληρης ηπείρου.
Μιλά για την παραμάνα του Κασσάνδρα, άγριο γέννημα των Καρπαθίων, στοργική, όσο και σκληρή και πάντα ανυπότακτη, με την οποία η μητέρα του είχε αναπτύξει ανταγωνιστική σχέση και η οποία του ενέπνεε ασφάλεια, τρυφερότητα, αλλά και φαιδρότητα με τους χοντροκομμένους τρόπους της, για τη μητέρα του, έκπτωτη αριστοκράτισσα από τα σαλόνια της Βιέννης στην επαρχία του Τσέρνοβιτς, αιώνια δέσμια των (υπαρκτών ή μη) ασθενειών της και ακόμη περισσότερο της αίσθησης κατάντιας εξ αιτίας του αποτυχημένου γάμου της, για τον πατέρα του, υπάλληλο της Αυτοκρατορίας στην επαρχία, δεινό κυνηγό και γυναικοκατακτητή, θιασώτη της ιδέας της ένωσης των Γερμανών, που όμως από το Anschluss και μετά άρχισε να νιώθει προδοσία σε βάρος του «πρωσικού πνεύματος», για την πρόωρα χαμένη αδερφή του, με την οποία διατηρούσε σχέση αγάπης και μίσους, και, τέλος, για την υπέροχη στα μάτια του γκουβερνάντα Στράουσι, η οποία τον μύησε στο ουσιαστικό νόημα του πολιτισμού, πέρα από τίτλους και καταγωγές.
Η σχέση του με τον καθέναν από αυτούς συμβολίζει μια απώλεια τόσο προσωπική, όσο και ιστορική, το πέρασμα από την αθωότητα στον ρεαλισμό και από κει στον κυνισμό, για να επανέλθει σε μια μορφή συνειδητότητας και ήρεμης ματιάς στα πράγματα, όσο τα χρόνια περνούσαν και τα τραύματα θάβονταν ακόμα πιο βαθιά.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει, σε μια εποχή που η ταξική ταυτότητα είχε μεγαλύτερη σημασία έναντι της εθνικής, μέχρι και αυτή να ξεφτίσει στον νέο κόσμο, ο φον Ρετσόρι δεν προσπαθεί να βρει τη θέση του, απλά ζει, καταγράφει, ανακαλεί και αναλύει την ιδέα της καταγωγής του, για να τη διαμελίσει στο τέλος, αφήνοντας την αίσθηση ότι το ποιος είναι δεν καθορίστηκε ποτέ στην πραγματικότητα από αυτήν, εν αντιθέσει με τα πέντε αυτά πιο καθοριστικά πρόσωπα της ζωής του.
Ευθύς, ειλικρινής, αυτοϋπονομευτικός, απόμακρος ως προς τα γεγονότα, με ψυχαναλυτικές ανά σημεία εξηγήσεις (αν και δηλώνει πολύ σκεπτικιστής απέναντι στις φροϋδικές θεωρίες), με αφήγηση άλλοτε νατουραλιστική, άλλοτε ελεγειακή, η οποία αφήνει μια επίγευση στην ουσία ρομαντική, φτάνει στο υπαρξιακό βάθος του ανθρώπου που έχει ζήσει πολλές ζωές, πολλές εποχές και πολλές καταγωγές, χωρίς στην πραγματικότητα να ανήκει πουθενά.










