Αν και η Φλάνερι Ο’ Κόννορ είχε ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον του λογοτεχνικού κόσμου όταν ξεκίνησε να εκδίδει τα έργα της, η μεγάλη αναγνώριση ήρθε περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, τα πρώτα δηλαδή χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό της στην ηλικία των 39 ετών. Η συλλογή διηγημάτων της “Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος” έτυχε μελέτης και ανάλυσης από πλήθος συγγραφέων εκείνης της εποχής, τόσο για την πολυεπίπεδη χρήση θεολογικών στοιχείων, όπως η λύτρωση, η αποκάλυψη και η σωτηρία, όσο και για τη μοναδική, γεμάτη ατμοσφαιρικότητα, καθαρότητα και συμβολισμούς, αφηγηματική της ικανότητα.
Με εμφανή την επίδραση του Φώκνερ, αφ’ενός στην προσέγγιση της ψυχοσύνθεσης των ηρώων και αφ’ετέρου στο ύφος, που είναι ένα μίγμα σκοτεινού χιούμορ, λεπτής ειρωνείας και γκροτέσκου ρεαλισμού, η βαθιά επηρεασμένη από τον καθολικισμό της Ο’ Κόννορ συνθέτει τις ιστορίες της φροντίζοντας να έχουν εξαιρετικά δεμένη πλοκή ‒η Κάρολιν Γκόρντον είχε γράψει χαρακτηριστικά ότι η δημιουργία των ιστοριών της “έγινε με τον μοναδικό μαθηματικά σωστό τρόπο”‒ και σφυρηλατώντας με συνέπεια το προφίλ των ηρώων της, εμπνευσμένη από τις παραστάσεις της στην προτεσταντική επαρχία της Τζώρτζια, όπου έζησε όλη της τη ζωή, και από τον τοπικό Τύπο της εποχής.
Τα διηγήματά της, χαρακτηριστική περίπτωση γοτθικής λογοτεχνίας του αμερικανικού Νότου, έχουν στον πυρήνα τους την έννοια της αμαρτίας και την πτώση του ανθρώπου, όχι όμως με την αναμενόμενη αιτιώδη σχέση, αλλά μάλλον παρά αυτήν˙ δεν οδηγεί, δηλαδή, στην απώλεια κάποιο θανάσιμο αμάρτημα των θυμάτων, τα οποία στις περισσότερες ιστορίες είναι ‒ή νομίζουν ότι είναι‒ φορείς του Καλού, αλλά μία απροσδιόριστη εκ πρώτης όψεως τυχαιότητα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η τύχη τους προκαλείται ακριβώς από αυτήν την ψευδαίσθηση απουσίας αμαρτωλότητας, την οποία συνειδητοποιούν λίγο πριν συμβεί το μοιραίο, εν είδει επιφοίτησης. Σε μια βαθύτερη, ωστόσο, ανάγνωση, η προσέγγισή της μπορεί να συνοψιστεί σε μία και μόνο λέξη: ματαιότητα. Που επιτρέπει στη συγγραφέα να χλευάσει τον εγωκεντρισμό, τη σοβαροφάνεια, την αίσθηση αποστολής και το σύνδρομο ανωτερότητας του καλού χριστιανού. Χωρίς ηθικολογίες, περιττούς συναισθηματισμούς ή αχρείαστη σκληρότητα.
Η Ο’ Κόννορ δεν αμφισβητεί την αξία της θρησκείας στην οποία πιστεύει. Αντίθετα, προσπαθεί να την προσεγγίσει στην ουσία της, απεκδύοντάς την από την ανθρώπινη ματαιοδοξία και υποκρισία. Από την αδυσώπητη ειρωνεία της δεν γλιτώνουν ούτε φαινομενικά συμπαθείς και αθώοι ήρωες όπως η Hulga, η νεαρή πρωταγωνίστρια της ιστορίας “Γνήσιοι άνθρωποι της υπαίθρου”, για την οποία θα μπορούσαμε μάλιστα να φανταστούμε και κάποια στοιχεία ταύτισης με τη συγγραφέα. Παράλληλα, το αιχμηρό ταλέντο της την οδηγεί σε συλλήψεις μοναδικής ζοφερότητας στην εξέλιξη των ιστοριών της, οι οποίες φαίνεται να έχουν τον δικό τους χωροχρόνο και, κυρίως, τον δικό τους ρυθμό, με την κάμερα της τριτοπρόσωπης αφήγησης να στρέφεται πότε στο εξωτερικό τοπίο, με εκπληκτικές περιγραφές, πότε στα μάτια και στις κινήσεις των ηρώων, πότε στον εσωτερικό τους χείμαρρο.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετές μελέτες πάνω στα ποικίλα κοινωνικοπολιτικά θέματα που πραγματεύονται οι ιστορίες της, όπως η αμφιλεγόμενη στάση της απέναντι στον φυλετικό διαχωρισμό, οι κοινωνικές ανισότητες στον αμερικανικό Νότο του προηγούμενου αιώνα, η ταυτότητα μιας κοινωνίας που βγήκε από έναν πόλεμο και οι έμφυλοι ρόλοι. Πολλά και ενδιαφέροντα θα μπορούσαν να ειπωθούν σχετικά, η αξία, ωστόσο, του λογοτεχνικού έργου της Ο’ Κόννορ θα επισκιαζόταν αν οι συζητήσεις περιορίζονταν μόνο σε αυτές τις προσεγγίσεις. Άλλωστε η ίδια είχε δηλώσει πως δεν γράφει για κοινωνικά θέματα και το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η ανθρώπινη ψυχή. Και κάτι μας λέει ότι πρέπει να την πιστέψουμε.
Η μεγάλη αξία του έργου της, όμως, λογοτεχνικά, δεν είναι ο φακός που ρίχνει μόνο στις ανθρώπινες ψυχές. Είναι ότι την τραγικότητα, την ειρωνεία, το απρόσμενο και τη ματαιότητα έχει χίλιους τρόπους να την πει, με την ίδια ευστοχία κάθε φορά: με μια γάτα που είναι καταλύτης καταστροφής και την ίδια στιγμή η μόνη που επιβιώνει μιας οικογενειακής τραγωδίας, ένα ποτάμι που συμβολίζει ταυτόχρονα τη σωτηρία και την απώλεια, ένα ξύλινο πόδι που αποτελεί στοιχείο ταυτότητας, αλλά και μέσο ταπείνωσης και ένα αυτοκίνητο, σύμβολο ελευθερίας, συνάμα και εγκατάλειψης. Σκληρά, αδιαπραγμάτευτα, αληθινά. Όπως είναι η ίδια η ζωή.










