«Η Κύμη είναι όμορφη ¨Μπαλκόνι του Αιγαίου¨.
Που ’χει τη θάλασσα μπροστά και τα βουνά ᾽πο πίσου.….» , σελ. 139
Πρόκειται για μια συλλογή μικροδιηγημάτων, σύντομων ιστοριών σε απλή δημοτική γλώσσα, με εμφανή στοιχεία ντοπιολαλιάς και τοπικού ιδιώματος (π.χ. ασκάδα= δύο αποξηραμένα σύκα Κύμης ενωμένα αντικρυστά, σελ.130, ποκουτουράδα= αποκοτιά ριψοκίνδυνη, άσκεφτη ενέργεια, σελ. 54). Το κοινό στοιχείο των ιστοριών είναι η Κύμη Ευβοίας σε διάφορες χρονικές και ανθρώπινες στιγμές. Η συγγραφέας γεννήθηκε στη Μάνη Διδυμότειχου, έζησε στην Αθήνα και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Ζει στην Κύμη Ευβοίας.
Τα διηγήματα χωρίζονται σε ιστορικά, παραδοσιακά, θαλασσινά, ανθρώπινα και Κουμιώτικα Τουριστικά. Στο τέλος υπάρχει ένα επίμετρο και έπειτα η βιβλιογραφία. Στο επίμετρο αναφέρεται ότι στα ιστορικά διηγήματα τα ονόματα, τα τοπωνύμια, οι χρονολογίες και τα γεγονότα βασίζονται κατά βάση σε ιστορικές πηγές, ωστόσο υπάρχει και η μυθοπλασία. Τα υπόλοιπα διηγήματα βασίζονται σε παραδόσεις, θρύλους, ακούσματα από ηλικιωμένους κατοίκους, αληθινές ή μυθοπλαστικές διαδόσεις. Έπειτα ακολουθεί η βιβλιογραφία που περιλαμβάνει λαογραφικά βιβλία, χρονογραφήματα, ιστορικά βιβλία, ημερολόγια και διαδίκτυο.
Τα ιστορικά διηγήματα, «Ο Ιπποκλής ο Κυμαίος», τα «Κουμέικα», ο «Φόρος», ο «Σταμάτης Αστέρης», «Μπροστά μόνο μπροστά», «Θέλω», έχουν ως κοινό στοιχείο την Κύμη, την αγάπη για τη θάλασσα και τα ναυτικά ταξίδια, τα «όνειρα για τα πέλαγα», τις αποικίες και τον ξενιτεμό. («Ερωτευμένος με τη νερένια αγαπημένη του. Μάγισσα και τον μάγεψε το σμαραγδί της χρώμα, η δροσιά της. Να την οργώσει λαχταρούσε. Να την κατακτήσει», σελ, 16).
Στο διήγημα «Κουμέικα», 1680-90, η Κύμη βρίσκεται στο έλεος του Πασά του Έγριπου και βιώνει δύσκολες στιγμές, οι Τούρκοι κατακτητές βάζουν φωτιά στα σπίτια προεστών και καπεταναίων ως αντίποινα για την αντίστασή τους. Η μεγάλη οικογένεια του Γιώργη σαλπάρει και φτάνει στη Σάμο. Κατέφθασαν και άλλοι κατατρεγμένοι Κουμιώτες και προόδευσαν, με τα αμπέλια, τις ελιές και το κρασί τους. Τον τόπο τους άρχισαν να τον λένε Κουμέικα («Η Κούμη μας από την Εύβοια σαν να γέννησε μια όμορφη κορούλα εδώ στη Σάμο και να τη βάφτισαν Κουμέικα»). Η εσωτερική μετανάστευση ήταν πολύ έντονη την περίοδο εκείνη. Το διήγημα «Ο Φόρος», αναφέρεται στη διαλογή κοριτσιών από τους πασάδες, στην παρθενική φορολογία στην Κούμη γύρω στα 1680-1690. Στο διήγημα «Σταμάτης Αστέρης» γίνεται αναφορά στον ήρωα που ξεκίνησε την αντίσταση εναντίον του Τούρκου κατακτητή, τραυμάτισε τον Ομέρ μπέη και στη Βάθεια βούλιαξε δύο πλοία του Πασά. Με τα ανδραγαθήματά του διορίστηκε δήμαρχος. Στο διήγημα «Μπροστά, μόνο μπροστά» βλέπουμε στιγμές από τα πεδία της μάχης κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Το διήγημα «Θέλω» αναφέρεται στη ζωή του Γεωργίου Παπανικολάου, στη γνωριμία του με την Ανδρομάχη Μαυρογένους, στον γάμο τους και στην αναχώρησή τους προς το Παρίσι αρχικά. Την επέλεξε με βάση την αντοχή της και της είχε δηλώσει εξαρχής ότι παιδί τους θα είναι η έρευνα. Έμεινε δίπλα του, στον δρα ΠΑΠ ΤΕΣΤ, σε όλες τις δύσκολες στιγμές και στον μεγάλο θρίαμβό του. Τα «Παραδοσιακά» μας δίνουν στοιχεία για τον γάμο, τις παραδοσιακές φορεσιές και τα κοσμήματα. Τα «Θαλασσινά» αναφέρονται στις περιπέτειες στη θάλασσα, στις υπέρτατες δυνάμεις της φύσης, στις παραθαλάσσιες διακοπές, στη Σπιναλόγκα της Εύβοιας, το Σουτσίνι, στους ναυτικούς και στους πλούσιους καραβοκύρηδες που αλώνιζαν το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Τα «Ανθρώπινα» αφορούν ανθρώπινες ιστορίες, με κέντρο αναφοράς την Κύμη. Ως επίλογος παρατίθενται τα «Κουμιώτικα Τουριστικά», ποιήματα και τραγούδια που αφορούν στην Κύμη, στα προϊόντα της, στις τοποθεσίες, στις παραλίες, στα μονοπάτια, στη φύση και στα χωριά της.
Η φύση συνδέεται με την ιστορία και τη φαντασία, με κέντρο την Κύμη. Το βιβλίο απευθύνεται στους αναγνώστες που αγαπούν τη μνήμη και τον τόπο τους. Συνδέεται ο άνθρωπος με τη φύση και την ιστορία του σε ένα κλίμα έντονης λυρικότητας.










