Βόρεια Ιρλανδία, 1993. Η μικρή κοινωνία του Μπάλιλακ βιώνει πρωτόγνωρα γεγονότα όταν οι μαθητές ενός τμήματος του τοπικού σχολείου αρρωσταίνουν από μια μυστηριώδη ασθένεια. Ο θάνατος του πρώτου παιδιού αποδίδεται στην ασθενική του φύση και υποσυνείδητα η κοινότητα καθησυχάζεται. Όταν όμως το ένα μετά το άλλο τα παιδιά αρρωσταίνουν σοβαρά, γίνεται φανερό ότι η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και πιθανόν μη αναστρέψιμη. Από τα 11 παιδιά του τμήματος μόνο η Χάνα παραμένει υγιής, βασανισμένη από τύψεις για την καλή της τύχη. Η παράξενη ασθένεια αρχίζει να απασχολεί την ευρύτερη κοινότητα και σύντομα ένας ειδικός διαμεσολαβητής από το Μπέλφαστ στέλνεται στο χωριό για να χειριστεί την υπόθεση που πλέον απασχολεί όλη τη Βόρεια Ιρλανδία.
Εκ πρώτης όψεως, το μυθιστόρημα της Βορειοϊρλανδής Τζαν Κάρσον (από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορεί και το προηγούμενο μυθιστόρημά της Οι εμπρηστές) μοιάζει σαν μια μελέτη του βάρους της απώλειας μικρών παιδιών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Τα παιδιά που πεθαίνουν το ένα μετά το άλλο, εξαντλημένα από φρικτούς πόνους, είναι τα παιδιά όλου του χωριού, όχι μόνο των γονιών τους. Ωστόσο, το βιβλίο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το γεγονός. Η Χάνα, μέσα από την οπτική της οποίας παρακολουθούμε το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης, δεν είναι ιδιαίτερη περίπτωση μόνο εξαιτίας της αρχικής ανοσίας της στην ασθένεια, αλλά και επειδή είναι ένα παιδί μεγαλωμένο μέσα σε μια αυστηρή ευαγγελική προτεσταντική κοινότητα όπου τα πάντα καθορίζονται από τις αποφάσεις του πατέρα/αρχηγού της οικογένειας και του πάστορα της εκκλησίας. Η Χάνα ήταν ήδη απομονωμένη από την τοπική κοινότητα, ζούσε σε αυτήν αλλά δεν μετείχε στη ζωή της. Ακόμα και οι Ταραχές, η δύσκολη πολιτική κατάσταση που βίωνε η Βόρεια Ιρλανδία για δεκαετίες, δεν φαίνεται να επηρεάζουν την οικογένειά της, τον τρόπο ζωής της. Για αυτόν τον λόγο εκπλήσσεται όταν κάθε φορά που κάποιος συμμαθητής της πεθαίνει, εμφανίζεται δίπλα της, λίγο μεγαλύτερος, λίγο πιο ώριμος και της μιλάει για το παράλληλο σύμπαν στο οποίο βρίσκονται πλέον όλα τα νεκρά παιδιά. Γιατί όλοι οι συμμαθητές της την πλησιάζουν τώρα που είναι νεκροί; Πώς μπορεί να μοιραστεί αυτή την εμπειρία με κάποιο μέλος της οικογένειάς της; Ακόμα και στην τρυφερή ηλικία των 11 ετών, η Χάνα αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να μιλήσει σε κανέναν∙ έχει συνείδηση της διαφορετικότητας της οικογένειάς της, της ιδιαίτερης δυναμικής που δημιουργείται εξαιτίας του δόγματος που ακολουθεί.
Η αφήγηση της Χάνα, ενός παιδιού ουσιαστικά, δίνει στη συγγραφέα τη δυνατότητα να θέσει ερωτήματα δύσκολα, σαν αυτά που χωρίς φίλτρο θέτουν τα παιδιά και προκαλούν αμηχανία στους ενήλικες: ποιοι είναι τελικά οι δεσμοί που ενώνουν μια κοινότητα; Πώς μπορεί η θρησκεία να καθορίζει ακόμα και τα πιο απλά ζητήματα; Ποια είναι η θέση της γυναίκας σε μια αυστηρή θρησκευτική κοινότητα; Όλα αυτά βασανίζουν το μυαλό της Χάνα παράλληλα με το πένθος για τον θάνατο των συμμαθητών της και τον φόβο για τη δική της ζωή.
Δυνατό μέσα από την απλότητα της αφήγησής του και σκληρό λόγω θεματολογίας και αναπάντητων ερωτημάτων, Οι αρπαγές είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που πραγματεύεται τόσο την απώλεια όσο και την αλλαγή που μπορεί να προκύψει μέσα από αυτήν.










