Ο Μάικλ Γκριγκόριο δεν αποκαλύπτει κανένα στοιχείο για τη ζωή του. Η πληροφορία που δίνεται από τον εκδότη του είναι η ακόλουθη : «ο Μάικλ Γκριγκόριο είναι καθηγητής φιλοσοφίας και διαμένει στην Ιταλία». «Η διαθήκη του Καντ» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, ενώ στο δεύτερο μυθιστόρημα που ετοιμάζεται θα πρωταγωνιστεί ο ίδιος κεντρικός ήρωας.
Ο Χάννο Στιφένιις είναι βοηθός εισαγγελέα σε μια μικρή πολίχνη της Ανατολικής Πρώσσίας εν έτει 1804. Μια σειρά φόνων στην πρωτεύουσα, το Κένιγκσμπερκ, θα τον φέρουν στη μεγάλη πόλη κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής. Εκεί με βοηθό τον λοχία Κοχ θα αρχίσει την διερεύνηση των φόνων, προσπαθώντας να συλλέξει όσα περισσότερα στοιχεία μπορεί. Οι αναφορές όμως, είναι ελλιπείς. Ο μικρός που σερβίρει στο ξενοδοχείο, όπου διαμένει ο Χάννο, δολοφονείται άγρια. Στο σημείο του φόνου συναντά τον μέντορά του καθηγητή Καντ, ο οποίος θα οδηγήσει τη σκέψη του νεαρού εισαγγελέα στους δρόμους της απλής λογικής και της εξαγωγής συμπερασμάτων. Όμως οι φόνοι συνεχίζονται και ο Χάννο Στιφένιις αδυνατεί να προσδιορίσει την ταυτότητα του δολοφόνου. Ταυτόχρονα οι σκέψεις του κυριεύονται από τις αναμνήσεις του θανάτου του αδελφού του, στον οποίο ήταν παρών. Το τελικό πλήγμα έρχεται με την δολοφονία του βοηθού του και τον θάνατο του Καντ. Όμως το μυαλό του ήδη έχει αρχίσει να ταξιδεύει και στα πιο απόκρημνα σημεία της ανθρώπινης σκέψης.
«Η διαθήκη του Καντ» είναι ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα με έντονο αστυνομικό στοιχείο. Το κείμενο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο θέτει τον αναγνώστη ως κοντινό παρατηρητή των γεγονότων. Οι κατά διαστήματα αναδρομές στο παρελθόν του ήρωα στοιχειοθετούν καλύτερα την προσωπικότητά του. Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται πλήρεις, ακολουθούν πιστά τον ρόλο τους και έχουν ενεργή συμμετοχή στην εξέλιξη της υπόθεσης. Το φιλοσοφικό στοιχείο και η αστυνομική πλοκή συνδέονται άρτια, προσδίδοντας στο έργο μυστήριο, αγωνία και ερεθίσματα για κριτική σκέψη.
Ο Μάικλ Γκριγκόριο σκηνοθετεί άριστα ένα αστυνομικό θρίλερ, δίνοντας παράλληλα μια διαφορετική, όσο και αληθινή ερμηνεία για την φύση του θανάτου. Η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου διατηρεί ακέραια την εκπληκτική ατμόσφαιρα του κειμένου.










