Ο Μάξιμ Μπίλλερ είναι κατ’ εξοχήν και καθ’ έξιν προβοκάτορας.

Μόνο ένας προβοκάτορας θα ονόμαζε την πρώτη του τακτική στήλη αρθρογραφίας «100 γραμμές μίσους» (100 Zeilen Hass). O Μπίλλερ όχι μόνο την ονόμασε έτσι, αλλά με τη στήλη αυτή, που διατήρησε για πάνω από δέκα χρόνια, καθιερώθηκε, γράφοντας τις επόμενες δεκαετίες για τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Γερμανίας (“Die Zeit”, “Frankurter Allgemeine Zeitung”) και περνώντας από την αρθρογραφία στη συγγραφή.

Μόνο ένας προβοκάτορας θα διάλεγε το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση να είναι «ο άλλος», και για το alter ego του να μιλάει στο τρίτο πρόσωπο. Ο Μπίλλερ κάνει ακριβώς αυτό: επιλέγει σαν πρωτοπρόσωπο αφηγητή στη νουβέλα «Ο λάθος χαιρετισμός» έναν νεαρό συγγραφέα, τον Ερκ Ντεσσάουερ, φοβισμένο και δειλό, που προσπαθεί να κάνει όνομα μέσα από διάφορες παλινωδίες και έχει σχεδόν εμμονή με τον διάσημο αρθρογράφο και συγγραφέα Μπαρζιλάι – που είναι καταφανώς ένα προσωπείο του Μπίλλερ: Εβραίος, μαχητικά υπέρ των θέσεων του σιωνισμού.

Μόνο ένας προβοκάτορας θα χρησιμοποιούσε τις δικαστικές του περιπέτειες ως συγγραφική ύλη. Ο Μπίλλερ το τολμά: το βιβλίο του «Έσρα» απαγορεύτηκε στη Γερμανία με δικαστική απόφαση, επειδή δεν αποτελούσε «λογοτεχνία», αλλά αφήγηση πραγματικών γεγονότων της προσωπικής του ζωής, εκθέτοντας την πρώην σύντροφό του. Στον «Λάθος χαιρετισμό» ο Μπαρζιλάι θα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με θέμα την ερωτική του ζωή, που θα το ονομάσει μάλιστα «Ψυχρή». Φυσικά, και στη μυθιστορηματική εκδοχή, η συνέχεια θα είναι η ίδια: η ερωτική σχέση θα διαλυθεί  και η υπόθεση θα οδηγηθεί στα δικαστήρια.

Και ποιος άλλος παρά ένας προβοκάτορας, θα έβαζε στο ίδιο βιβλίο αναφορές σε γκουλάγκ, Άουσβιτς, επανένωση της Γερμανίας, επιθέσεις ακροδεξιών σε μετανάστες και σφαγή στη Σατίλα; Αν το ζητούμενο είναι η ειλικρίνεια και, εν τέλει, η αλήθεια, ο Μπίλλερ φαίνεται να μην έχει άλλο τρόπο να την προσεγγίσει, παρά μόνο την πρόκληση. Στο βιβλίο του «Λάθος χαιρετισμός» υπάρχουν νύξεις για όλα αυτά τα θέματα της πρόσφατης ιστορίας, γεγονός που εξηγεί ‒σε συνδυασμό με την ιδιότητα του Μπίλερ‒ γιατί γράφτηκαν τόσες βιβλιοκριτικές στη Γερμανία για αυτό του το έργο.

Ο πρωταγωνιστής του, Ερκ Ντεσσάουερ, σε μια στιγμή έντασης και πανικού, θα σηκώσει το χέρι μπροστά στον Μπαρζιλάι με τρόπο που μοιάζει με τον ‒απαγορευμένο ακόμα στη Γερμανία‒ ναζιστικό χαιρετισμό. Ο Ντεσσάουερ είναι μια συμπλεγματική προσωπικότητα, με τεράστια ανάγκη για επιβεβαίωση, ακόμα κι από τον Μπαρζιλάι, τον οποίο ταυτόχρονα μισεί και θαυμάζει. Στο πρόσωπο του Ντεσσάουερ και στην οικογενειακή του ιστορία συρρέουν όλοι οι διχασμοί της Γερμανίας, όλα τα τραύματα που αγωνίστηκε να ξεπεράσει: πώς κάποιοι στρατεύτηκαν στη Βέρμαχτ από την ανάγκη τους για κοινωνική αποδοχή και ενσωμάτωση κι όχι από πεποίθηση (ο παππούς του ήταν μισός Γερμανός), τι απέγιναν μετά το τέλος του πολέμου, πώς η επανένωση οδήγησε σε μια χώρα που ήταν ξένη και για τους Ανατολικογερμανούς και για τους Δυτικογερμανούς, πώς σε μια προσπάθεια επανόρθωσης του ανεπανόρθωτου καθιερώθηκε «η μεγάλη λατρεία του Ολοκαυτώματος».

Το τέλος που διαλέγει για τη νουβέλα του ο Μπίλερ μπορεί να διαβαστεί σαν μια νύξη, ότι η πληγωμένη εφηβεία κι η ανήσυχη νιότη αυτής της πολύ νέας χώρας που είναι η Γερμανία μπορεί να δίνει πια τη θέση της στην ωριμότητα και στην υπέρβαση των διχασμών.