Κι όμως κάποτε ήμασταν εμείς
Το κέντρο βάρους στη νουβέλα της Κονομάρα είναι το πρόσωπο που το όνομά του αναφέρεται μονάχα μια φορά, σχεδόν παρεμπιπτόντως: ο Νίκος, ο αδερφός του Λευτέρη. Ο Νίκος που αναμετριέται μια ζωή με την ασθένεια, ενώ είναι ο ίδιος υγιής.
Στις εννιά μέρες που διαρκεί η αφήγηση, ο Νίκος πηγαινοέρχεται στην εντατική, επισκεπτόμενος τον αδερφό του, τον Λευτέρη, μετά τη φωτιά που ξέσπασε στο διαμέρισμά του. Καλείται να καταθέσει στον ανακριτή, γιατί ο Λευτέρης έπασχε από βαριά ψυχική νόσο και οι υποψίες είναι πολλές, πως έβαλε ο ίδιος φωτιά στο σπίτι.
Το ζητούμενο της Κονομάρα ωστόσο δεν είναι να λυθεί το μυστήριο του εμπρησμού. Είναι να μιλήσει για το πώς η χρόνια νόσος, και ειδικά η ψυχική νόσος, βαραίνει όλη την οικογένεια. Πώς οι γονείς, ερχόμενοι από μια γενιά για την οποία η ψυχική νόσος ήτανε στίγμα, έχουν τεράστια δυσκολία καταρχήν να αναγνωρίσουν την κατάσταση, να αποδεχθούν την πραγματικότητα και να την αντιμετωπίσουν. Πώς μια μάλλον συνήθης για την εποχή οικογενειακή χωροταξία, και τελικά ψυχοπαθολογία (η ευρύτερη οικογένεια στην ίδια τρίπατη κατοικία, και το κλειδί αφημένο πάνω στην κλειδαριά) περιπλέκει την ήδη δυσχερή πραγματικότητα της νόσου, οδηγώντας σε αδιέξοδο. Πώς για τους μεν γονείς το πλήγμα είναι τέτοιο που γονατίζουν, για τον δε αδερφό έρχεται τόσο νωρίς που δεν είναι ο ίδιος διαμορφωμένος σαν χαρακτήρας.
Ο Νίκος όλες αυτές τις μέρες αντιμετωπίζει τα πρακτικά θέματα, κυρίως όμως θυμάται: οι αναμνήσεις έρχονται αυτόματα, είτε τις ώρες που είναι στο νοσοκομείο και παρατηρεί τον αδερφό του, είτε τις υπόλοιπες ώρες της μέρας, που η σκέψη του παραμένει στον αδερφό του, στο κοινό τους παρελθόν, στα όνειρα που έχει δει με εκείνον πρωταγωνιστή. Ανατρέχει στην παιδική τους ηλικία, στα κοινά τους παιχνίδια, στη δική τους συνεννόηση. «Ναι, τότε είχαν δικές τους λέξεις» ‒ και ο Νίκος αυτές τις λέξεις τις ψάχνει τώρα, σαν να κρύβεται σε αυτές η ίαση.
Είναι κατά τη γνώμη μου ατυχής και πεπλανημένη η ανάγνωση πως και ο Νίκος έχει προβλήματα ψυχικής ισορροπίας, που συντελούν στη δυσκολία να αντιμετωπίσει την ασθένεια του αδερφού του. Ο Νίκος είναι το δεύτερο παιδί, που ποτέ δεν βαρυγκώμησε πως είναι σε δεύτερη θέση, δεν στενοχωρήθηκε για τις ικανότητες του πρωτότοκου, δεν ένιωσε την ανάγκη να τον ανταγωνιστεί. Ήρθε στον κόσμο θεωρώντας φυσική και την ύπαρξη του αδερφού και όλα του τα χαρίσματα. Έχασε ωστόσο το σημείο αναφοράς του όταν εκδηλώθηκε η ασθένεια του Λευτέρη, στις αρχές της εφηβικής ηλικίας και των δύο, περίπου 12 ο μικρός, 14 ο μεγάλος. Έζησε όλα τα χρόνια της νεότητάς του, τα χρόνια της ωρίμανσής του κουβαλώντας το βάρος της ασθένειας και αυτός. Προσπαθώντας να είναι παρών για τον αδερφό του και να είναι παρών για τον εαυτό του – να ζήσει τη ζωή του: να σπουδάσει, να ερωτευτεί, να δουλέψει.
Ο Νίκος επίσης, όπως και ο Λευτέρης, στερείται τη χαρά της ζωής, γιατί εδώ που ζει (και δεν έχει σημασία πού ακριβώς είναι το εδώ, στην Αθήνα ή όχι, στην Ελλάδα πάντως) δεν υπάρχουν εναλλακτικές – είναι, είτε η εισαγωγή για νοσηλεία, είτε η παραμονή στο σπίτι, στη φροντίδα της οικογένειας, όσο αυτή υπάρχει. Όσο τα μέλη της εκλείπουν, τόσο βαρύτερο το φορτίο για τον μόνο πλέον συγγενή, όπως έχει απομείνει ο Νίκος.
Το βιβλίο της Κονομάρα είναι ένα θαρραλέο βιβλίο. Συγκινητικό, χωρίς αχρείαστες εξάρσεις, με διεισδυτική ματιά σε ένα δύσκολο θέμα.










