Ένας μοριακός βιολόγος, ο Ν., φεύγει από την Ελλάδα για την Οξφόρδη όπου θα συμμετάσχει ως ερευνητής σε ένα πρόγραμμα για «το γενετικό και βιοχημικό υπόβαθρο της μακροπρόθεσμης μνήμης της στοργικότητας». Στο πρώτο βιβλίο του Άκη Παπαντώνη, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978, σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εργάστηκε ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από το 2013 είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολονίας, ο αναγνώστης γνωρίζει από την αρχή το τέλος. Όλη η περιπέτεια της ανάγνωσης συνίσταται λοιπόν στην ανασύσταση τριών χρόνων από τη ζωή του ήρωα μέσα από 25 σύντομα κεφάλαια, περιλαμβανομένου και του επιλόγου, σε αυστηρά (και ψυχρά) τριτοπρόσωπη αφήγηση, στα οποία παρεμβάλλονται λακωνικά μέιλ, περιγραφικά των πειραμάτων και των αποτελεσμάτων τους, καθώς και δύο «ιντερμέδια» σε πρώτο πρόσωπο.
Η γλώσσα είναι κι αυτή περιγραφική, ακριβής. Ο τριαντάχρονος ήρωας μένει σε ένα ημιυπόγειο –επτά σκαλοπάτια μέχρι το πεζοδρόμιο–, μετακινείται με το ποδήλατο, συχνά και με τα πόδια, περνάει πολλές ώρες στο εργαστήριο, έχει ελάχιστες επαφές με τους συναδέλφους του, χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς, κάνει τζόκινγκ. «Ερωτεύεται» μια κοπέλα που ποδηλατεί στην απέναντι πλευρά του ποταμού αλλά κι αυτήν τη χάνει. Η επιστημονική αναγνώριση αποδεικνύεται πρόσκαιρη. Ανακαλεί μνήμες από το παρελθόν – υπαινικτικά αναφέρεται σε μια υιοθεσία και στα «ορφανά του Τσαουσέσκου». Η μητέρα του –με την οποία επικοινωνεί όποτε χρειάζεται να του στείλει κάτι- μοιάζει να είναι το μοναδικό σημείο της επαφής του με ό,τι θα λέγαμε «ανθρώπινο». Ο πατέρας του, που πεθαίνει στο ενδιάμεσο, και η αδελφή του, που η βάφτιση των διδύμων της τον κάνει για μία και μοναδική φορά σε διάστημα τριών χρόνων να επιστρέψει για δύο 24ωρα στην Ελλάδα, ιχνογραφούνται τρυφερά μεν, αλλά αποστασιοποιημένα. Τελικά, κληρονομείται η στοργή;
Φιλόδοξο το εγχείρημα του Άκη Παπαντώνη, που τοποθέτησε ψηλά τον πήχη με την πρώτη προσπάθεια. Και, πράγματι, η ιστορία ολοκληρώνεται, αν και το «κενό» της υιοθεσίας δεν αναπληρώνεται. Όμως τόση «μαυρίλα» σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι αν για τα νέα παιδιά, και μάλιστα τα πιο μορφωμένα, δεν υπάρχει σε αυτό τον κόσμο τίποτε άλλο από αδιέξοδα…










