«Όμως η περιέργεια είναι ο μόνος άξιος τρόπος να ζει κανείς»
«Το μόνο για το οποίο ήμουν και παραμένω σίγουρος ήταν πως καθετί που συμβαίνει, μοιάζει πάντα μ΄ έναν κρίκο που κλειδώνει στον επόμενο. Όλοι μαζί σχηματίζουν μια αλυσίδα και δεν είναι ανάγκη να έχει κανείς κάτι περισσότερο από δύο μάτια για να αντιληφθεί την τάξη στη φύση: το πολικό αστέρι δείχνει πάντα βόρεια, οι σπόροι βλασταίνουν, όταν αρχίσει να μεγαλώνει η μέρα, και τα κοπάδια των ερωδιών πετούν, τέτοια εποχή, προς τον Νότο.»
Ο Εμανουέλ Περόν, ντρογκερίστας από οικογενειακή παράδοση και προσωπική κλίση, και βαθύτατα, αμετακίνητα ορθολογιστής είναι ο μόνος που θα μπορέσει, με την παρατήρηση και με τη λογική, σε μια εποχή που ακόμα η δεισιδαιμονία κυριαρχεί, να βρει τη θεραπεία για μια νέα ασθένεια που εμφανίζεται στην πόλη του και εξαπλώνεται επικίνδυνα.
Και αυτό, παρά τις αντιξοότητες. Παρά το ότι ο ίδιος είναι θύμα αυτής της δεισιδαιμονίας: είναι αλμπίνος, πράγμα που στον καιρό του είναι σημάδι μιας ύποπτης διαφορετικότητας- πιθανώς μιας κατάρας; Παρά την εσωστρέφειά του, το κλείσιμό του στην καθημερινότητα του φαρμακείου, την απομόνωσή του από τη ζωή της πόλης. Παρά τη συναισθηματική του εμπλοκή στην υπόθεση: το πρώτο θύμα της ασθένειας είναι μια πολύ αγαπημένη του ύπαρξη.
Το παραμυθικό στοιχείο είναι πολύ έντονο στον Καιρό των κρυστάλλων: ο τόπος ‒ μια πόλη χωρίς όνομα, με τα πουλιά να πετούν, σχεδόν επιθετικά και πάντως δυσοίωνα, μια πόλη πειρατών σε μια απόσταση αδιευκρίνιστη από την πρωτεύουσα, μ’ έναν άγνωστο Βασιλιά θαμμένο στην κρύπτη κάτω από τον καθεδρικό της πόλης, εκεί όπου κανείς δεν έχει πρόσβαση εκτός από τον ιερέα. Ο χρόνος ‒ θα μπορούσε να είναι αρχές του εικοστού αιώνα. Η χώρα ‒ σε κάποια ακτή της Μεσογείου, πιθανώς, άλλα ονόματα μοιάζουν γαλλικά, άλλα ισπανικά, κάποιο πορτογαλέζικο. Δεν έχουν σημασία όλα αυτά, είναι ένας τόπος που θα μπορούσε να είναι και άλλοι τόποι, και ένας χρόνος, που θα μπορούσε να είναι και άλλοι χρόνοι, οι τεχνολογίες μαρτυρούν το πότε, οι ανθρώπινοι χαρακτήρες όμως, οι συμπεριφορές διαπερνούν τον χρόνο.
Το παραμυθικό, αλληγορικό στοιχείο είναι πολύ ισχυρό, κυρίως γιατί η ασθένεια γεννιέται με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να συμβαίνει στην πραγματικότητα, μεταδίδεται μ΄ έναν τρόπο παραμυθικό, διαγιγνώσκεται με παράδοξο τρόπο, θεραπεύεται –άπαξ και βρέθηκε η θεραπευτική αγωγή– με ταχύτητα παραμυθιού, και αν δεν θεραπευτεί οδηγεί σε ένα τέλος παντελώς έξω από τα ανθρώπινα, ο άνθρωπος σπάει, γίνεται κομμάτια, θραύσματα κρυστάλλου. Στην παραμυθική αυτή διάσταση συμβαίνουν στην ύλη τα πράγματα που συμβαίνουν στις εκφράσεις μας, ο τρόπος του λέγειν γίνεται πραγματικότητα, οι καρδιές ραγίζουν, ο άνθρωπος ραγίζει όπως το κρύσταλλο, η φύση του είναι αυτή, κρυστάλλινη, εύθραυστη, όπως εύθραυστη είναι κι η αγάπη, κι αν χαθεί η πίστη στην ύπαρξή της, χάνονται τα θεμέλια της ζωής.
«Γι’ άλλη μια φορά παρακολουθώ από απόσταση, βρίσκομαι έξω απ’ τα γεγονότα και παρακολουθώ οτιδήποτε είναι ορατό, γνωρίζοντας πως ό,τι φαίνεται συντίθεται και από πράγματα που δεν μπορούμε να δούμε, κι είναι παράξενο πώς κάποιοι εμφανίζονται τόσο σίγουροι για όλα, τόσο σίγουροι με τις αβρές τους κινήσεις μέσα στα καλοραμμένα τους ρούχα, πηγαίνουν στο θέατρο, τραγουδούν, γελούν ή προσεύχονται, απολαμβάνουν, χωρίς να έχουν κοπιάσει για τίποτα ουσιαστικό, λες και οι ίδιοι έχουν ρυθμίσει τους χτύπους της καρδιάς τους, ώστε να εργάζεται στην εντέλεια χωρίς σταματημό, λες κι έχουν ήδη κάνει τη δύσκολη δουλειά και πλέον μπορούν ν’ ασχοληθούν με ανάλαφρα θέματα, χωρίς να αναρωτιούνται για τίποτα, αγνοώντας τις αιτίες των πραγμάτων, όμως η περιέργεια είναι ο μόνος άξιος τρόπος να ζει κανείς».
Ο Εμανουέλ Περόν θα υπερβεί τον εαυτό του στην υπόθεση της αναζήτησης του φαρμάκου. Στις κρίσιμες στιγμές της επιδημίας θα μάθει πράγματα για την οικογενειακή του ιστορία που είχαν παραμείνει επιμελώς κρυφά μέχρι τότε. Θα ανοιχτεί στον κόσμο και θα συναντήσει ανθρώπους με τους οποίους διαφορετικά δεν θα είχε πάρε-δώσε, ανθρώπους άλλου φυράματος, αγύρτες, καιροσκόπους, παραδόπιστους, εγκληματίες – αλλά και ευγνώμονες, συνεργάσιμους, ικανούς. Καταλυτική σε αυτή την πορεία ενηλικίωσης είναι η παρουσία μιας γυναίκας, η προοπτική της αγάπης «στο παρόν υπάρχει η ασθένεια και υπάρχει κι η Μαρία Λουίζα, λες και δεν μπορούσαν να εμφανιστούν αυτά τα δύο ανεξάρτητα το ένα απ΄ το άλλο [….] Δεν είμαι πια αυτός που υπήρξα. Έχω βγει στο φως, έχω αποκαλυφθεί […]».
Ο Καιρός των κρυστάλλων οφείλει πιθανότατα πολλά στις σπουδές φαρμακευτικής της συγγραφέως, αλλά σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, όπως το-μάνατζμεντ-με-πλοκή-μυθιστορήματος, εδώ η πλοκή δεν είναι άλλοθι για τη φαρμακευτική, αλλά το αντίθετο, η φαρμακευτική έρχεται να βρει τη θέση της μέσα στην πλοκή. Και εάν η έμπνευση για το βιβλίο δόθηκε από την πρόσφατη πανδημία, θα μπορούσε ωστόσο εξίσου καλά να διαβαστεί κι από κάποιον που δεν άκουσε ποτέ τίποτα, δεν διάβασε, ούτε έζησε την κρίση αυτή. Στέκει αυτόνομα, σαν παραμύθι για μεγάλους, μιλώντας με δύναμη για τα ανθρώπινα πράγματα ‒ τον χρόνο, την τρυφερότητα και τη συμπόνια. Αλλά και για τη μόνη δικαίωση που είναι ποτέ δυνατή.










