Ζωή, λογοτεχνία και κινηματογράφος σε μια και μοναδική παρουσία
Ο Τάσος Γουδέλης γεννήθηκε το 1949, στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1982 συνεργάζεται με τον ποιητή Κώστα Μαυρουδή στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού “Το Δέντρο”. Έχει γράψει διάφορες συλλογές διηγημάτων, ενώ άρθρα του για τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, ειδικές εκδόσεις και εφημερίδες. Από το 1998 συνεργάζεται με το ένθετο “Βιβλιοθήκη” της εφημερίδας “Ελευθεροτυπία”, δημοσιεύοντας κυρίως, κριτικές ξένης λογοτεχνίας. Διδάσκει ιστορία του κινηματογράφου στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έχει διδάξει σενάριο σε διάφορες κινηματογραφικές σχολές και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης).
Το βιβλίο «Η παρουσία» είναι μια συλλογή από 20 διηγήματα, όπου υπό το πρίσμα μιας κινηματογραφικής οπτικής αντικατοπτρίζονται γεγονότα, πρόσωπα, καταστάσεις, σκέψεις και συναισθήματα από τον δημιουργό προς το κοινό, αλλά και κατά σημεία με αντίστροφη φορά. Μέσα σ’ αυτές τις ιστορίες ο αναγνώστης θα βρει πλήθος ερεθισμάτων, όπως περί εκκρεμοτήτων, αβεβαιότητος και ανυπομονησίας, τη σχέση δημιουργού με τον ήρωά του, μνήμες, ελλείψεις και κενά, φόβο, από καρδιάς, αλλά και ένα γενικότερο πλάνο ζωής, που απαρτίζεται από κάθε μία από αυτές τις είκοσι μικρές ιστορίες.
Μια από τις πρώτες σκέψεις που έκανα σχετικά με το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ότι κάθε διήγημα μοιάζει με κομμάτι ενός παζλ που αν τα ενώσεις θα δεις μια πολύ όμορφη εικόνα. Η αφήγηση γίνεται σε διάφορα πρόσωπα, ενώ η κινηματογραφική απεικόνιση των γεγονότων, των προσώπων και των καταστάσεων δημιουργεί εικόνες έντονες, γεμάτες καρέ και αδηφάγα βλέμματα. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της γραφής του Τάσου Γουδέλη είναι ο μινιμαλισμός και τρόπον τινά ο αφαιρετισμός, δηλαδή, μερικές φορές οι προτάσεις στέκονται με το ελάχιστο των λέξεων με νοήματα και σημασίες που νοούνται ή υποβόσκουν σε μια ελλειπτική, αλλά ταυτόχρονα και τόσο μαγευτική εικόνα.
Το ύφος του συγγραφέα μοιάζει σε πολλά σημεία εγωκεντρικό, όμως αν καταφέρει ο αναγνώστης να κάνει ένα μικρό βήμα έξω από τον κόσμο του εν λόγω βιβλίου, τότε θα αντικρίσει ένα πνεύμα διάχυτο από οικουμενικότητα και συναίσθηση. Επίσης θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παρούσα συλλογή είναι συμπαγής και ακέραιη, όπως παρουσιάζεται, ενώ μεταξύ των διηγημάτων υπάρχει μια υποβόσκουσα πολλές φορές αλληλουχία. Η πρόζα αποτελεί από τα δυνατότερα στοιχεία του κειμένου, ενώ η γλώσσα, μολονότι ελλειπτική, διαθέτει χαρακτηριστικά ιδιαίτερα και μοναδικά.
Σίγουρα πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων καθ’ όλα λογοτεχνική και όχι τόσο προσιτή στην ανάγνωσή της. Όμως είναι βέβαιο ότι εκείνοι που θα επιχειρήσουν να προσπελάσουν τον πρώτο λοφίσκο της ιδιαίτερης αυτής «παρουσίας» θα ανταμειφθούν από την πραγματική ουσία που βρίσκεται από πίσω.










