Στο δεύτερο βιβλίο του Ουίλλιαμς που διαδραματίζεται στη Φάχα, στη Δυτική Ιρλανδία, πρωταγωνιστεί και πάλι ολόκληρη η κοινότητα – ένας τόπος, ένας τρόπος ζωής, μια εποχή. Η δράση τοποθετείται λίγο πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων, στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Πολλοί από τους κεντρικούς χαρακτήρες του πρώτου τόμου «Αυτό είναι ευτυχία» δεν κατοικούν πια στη Φάχα: ο Νόου έχει φύγει για την Αμερική, οι δύο από τις τρεις αδερφές Τρόυ έχουν αφήσει την πατρική εστία. Ως κεντρικοί χαρακτήρες στην «Ώρα του βρέφους» αναδεικνύονται ο γιατρός Τζακ Τρόυ, η πρωτότοκη κόρη του Ρόννι, και ο ιερέας της κοινότητας.

Οριοθετείται έτσι το κύριο θέμα του βιβλίου, ο κύκλος της ζωής: το ξεκίνημά της – η γέννηση, η ανατροφή ‒και το τέλος της‒η αρρώστια, η άνοια, ο θάνατος. Ο γιατρός έχει κομβικό ρόλο και στο ξεκίνημα και προς το τέλος. Όταν κοντά στην εκκλησία του χωριού εντοπίζεται εγκαταλελειμμένο ένα βρέφος και του το φέρνουν ημιθανές, ο γιατρός είναι εκείνος που έχει τη γνώση για να το επαναφέρει στη ζωή. Ο ίδιος άνθρωπος είναι που παρακολουθεί την κόρη του να αφοσιώνεται στη φροντίδα του ξένου παιδιού, θεωρώντας το καθήκον αυτό ως κάτι το απόλυτα φυσικό ‒ ανύπαντρη η ίδια και χωρίς δικά της παιδιά, σε πλήρη αντίθεση με τα συνήθη για τη βαθιά καθολική Ιρλανδία. Και είναι πάλι ο ίδιος άνθρωπος που φροντίζει για εκείνους που φεύγουν, για τη γιαγιά του Νόου που έχει πληγεί από εγκεφαλικό, και για τον ιερέα της κοινότητας, που χάνει σταδιακά τον ειρμό της σκέψης του, τη μνήμη του, εν τέλει τον εαυτό του.

Στον γιατρό της Φάχα πέφτει το καθήκον να απαντήσει στην πράξη στο ερώτημα πώς να ζήσουν οι άνθρωποι που τον περιστοιχίζουν και δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους: ποιος ανατρέφει ένα παιδί; Ποιος περιθάλπει τον γέροντα; Ο γιατρός Τρόυ, ορθολογιστής από την επιστήμη του, ανθρωπιστής από τη φύση του, δεν διαλέγει την εύκολη λύση, αλλά τη δύσκολη – εκείνη που θα προκαλέσει το μικρότερο κακό στον πάσχοντα, εκείνη που θα διαφυλάξει τους ανθρώπινους δεσμούς. Εκείνη που είναι ακόμα εφικτή, επειδή η κοινότητα στη Φάχα, στις αρχές του ’60, λειτουργεί ακόμα ως τέτοια.

«Δεν ήταν ένα τίποτα η ιατρική, το να βοηθάς τους άλλους πρόσφερε μια ανακούφιση από την αγωνία της απουσίας νοήματος, παρόλο που το ερώτημα γιατί ήταν τόσο πιο εύκολο να φροντίζεις τους αρρώστους απ΄ ό,τι τους υγιείς, και τους ξένους πιο εύκολα απ΄ το αίμα σου, παρέμενε αναπάντητο. […] ξαναθυμήθηκε για ακόμα μια φορά το ρητό του πατέρα του, ότι η πιο θεμελιώδης δυσκολία της ζωής είναι ν’ αποδεχτείς ότι ο κόσμος είναι ένας τόπος οδύνης, Κι ωστόσο να ζεις. Να ζεις, Τζακ».

Είναι νοσταλγικό το βιβλίο του Ουίλλιαμς; Θα ήταν ίσως άδικο να του καταλογισθεί η εξιδανίκευση των προηγούμενων εποχών. Στο βιβλίο του δεν ωραιοποιείται ούτε η εξάρτηση από το αλκοόλ, ούτε η σκληρή ζωή των παιδιών που εργάζονται σαν ενήλικες από πολύ νωρίς, και καλούνται να αντεπεξέλθουν σε εργασίες που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία τους, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους. Αλλά και δεν θεωρείται πανάκεια η έλευση μιας νεωτερικότητας που σημαίνει το σπάσιμο των δεσμών της οικογένειας και της κοινότητας.

Υπάρχει μια φράση προς το τέλος του βιβλίου, πως μονάχα η έλευση της νέας ζωής μπορεί να νικήσει το δέλεαρ του θανάτου ‒ φράση που μπορεί να είναι ακατανόητη για ορισμένους, πώς συνδυάζονται οι λέξεις δέλεαρ και θάνατος; Είναι μια φράση που σχηματίζεται στο μυαλό του γιατρού, ως απάντηση στο πώς να συνεχίσει να ζει μετά τις απώλειες αγαπημένων του προσώπων. Δεν υπάρχει άλλη απάντηση στο πένθος από τη φροντίδα για τη νέα ζωή, σκέπτεται ο γιατρός.

«Όλοι οι γιατροί έβλεπαν θαύματα να συμβαίνουν κάθε μέρα και το πιο συχνό ήταν το πώς κατάφερναν οι άνθρωποι να συνεχίζουν τη ζωή τους, ενώ το σώμα τους τους πρόδιδε με όλους τους πιθανούς τρόπους. Σαν θαύμα, σαν δώρο, ένιωθε και τούτο εδώ που τον κατέκλυζε τώρα: την πεποίθηση ότι αυτό που συνέβη […] δεν ήταν κάτι τυχαίο, είχε έναν σκοπό, και ο σκοπός ήταν –τόλμησε και το είπε μέσα του– η αγάπη».