Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά
Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά δημοσιεύτηκε το 1966: δεν ήταν το πρώτο, ούτε το μόνο βιβλίο του Τάγεμπ Σάλιχ, έγινε όμως αυτό που κυρίως του χάρισε τη φήμη και αναλύθηκε εκτενώς, ιδίως υπό το πρίσμα των μετα-αποικιακών σπουδών και στο πλαίσιο της διελκυστίνδας μοντερνισμός ή παράδοση. Συχνά διαβάστηκε ως η αντιστροφή της Καρδιάς του Σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ, μια ιδέα που διατύπωσε ο συγγραφέας του «Οριενταλισμού» Έντουαρντ Σαΐντ.
Το βιβλίο γράφτηκε στο διάστημα 1962-1966. Τη χρονιά της δημοσίευσής του συμπληρώνονταν δέκα χρόνια από την ανεξαρτητοποίηση του Σουδάν, της πατρίδας του Σάλιχ, από τη συγκυριαρχία Αιγύπτου και Ηνωμένου Βασιλείου. Σε αυτή την ίδια την εποχή της συγγραφής, στα χρόνια λίγο μετά την ανεξαρτησία του Σουδάν, διαδραματίζεται και το βιβλίο, είναι επομένως κατ’ αυτή την έννοια ένα βιβλίο πολιτικό, μιας και δεν μπορεί να δει τις ιστορικές εξελίξεις από την απόσταση του χρόνου, αλλά να τις καταγράψει και να τις σχολιάσει, σε ενεστώτα χρόνο.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, του οποίου το όνομα δεν μαθαίνουμε μέχρι το τέλος του βιβλίου, είναι ένας Σουδανός που επιστρέφει στο χωριό του σε μια καμπή του Νείλου, έπειτα από επτά χρόνια σπουδών στην Αγγλία, που του εξασφαλίζουν μια θέση στη γραφειοκρατία του νεοσύστατου ανεξάρτητου κράτους του Σουδάν. Επιστρέφοντας στο χωριό του, ο αφηγητής γνωρίζει τον Μουσταφά Σαΐντ, έναν άντρα του οποίου η ζωή αποκαλύπτεται σιγά σιγά, μέσα από τις διηγήσεις του ίδιου, αλλά και τρίτων προσώπων, καθώς και μέσα από τα αντικείμενα, τα βιβλία και τις σημειώσεις του.
Η αντίστιξη ανάμεσα στους δύο αυτούς κεντρικούς χαρακτήρες είναι η ραχοκοκαλιά του μυθιστορήματος: ο Μουσταφά Σαΐντ, ευφυής και αμοραλιστής, διέπρεψε σε όλα τα στάδια των σπουδών του, πήγε στην Αγγλία με την επιθυμία κατακτώντας τις Αγγλίδες να τις καταστρέψει, εκδικούμενος κατά κάποιον τρόπο για την κατάκτηση και καταστροφή της δικής του πατρίδας, έμεινε εκεί τριάντα χρόνια, σταδιοδρόμησε, και επέστρεψε στη χώρα του ύστερα από σκοτεινά συμβάντα, σε ένα χωριό που όμως δεν ήταν το δικό του, με την επιθυμία μιας ήσυχης ζωής, σε αντίθεση με τη μέχρι τότε πολιτεία του. Στο μυαλό του Μουσταφά Σαΐντ κυριαρχεί η σκέψη πως «τα πρώτα πλοία που διέσχισαν το Νείλο κουβαλούσαν κανόνια, όχι ψωμί. Και οι σιδηροδρομικές γραμμές φτιάχτηκαν εξαρχής για να μεταφέρουν στρατιώτες. Έφτιαξαν σχολεία για να μας μάθουν πώς να λέμε “ναι” στη δική τους γλώσσα. Μας κουβάλησαν το μικρόβιο της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής βίας […]». Η αντιμετώπιση που επιφυλάσσουν οι Άγγλοι στον Μουσταφά Σαΐντ στα χρόνια που ζει εκεί, δεν είναι μονοσήμαντη. Άλλοι τον αντιμετωπίζουν αφ᾽ υψηλού, άλλοι όμως βλέπουν σ’ αυτόν τον «γοητευτικό Μαύρο», το τεκμήριο του φιλελευθερισμού και της ανεκτικότητάς τους.
Ο αφηγητής, από την άλλη, επίσης ευφυής, αν και με λιγότερο θορυβώδη τρόπο, είναι ηθικό στοιχείο. Έχει τη δυνατότητα της πολυγαμίας στην τοπική κοινωνία του, αλλά σε καμιά στιγμή δεν τον ενδιαφέρει να την αξιοποιήσει. Πηγαίνει στην Αγγλία χωρίς να διαπνέεται από κάποια επιθυμία κατάκτησης ή εκδίκησης, λαχταρά να επιστρέψει στα μέρη του και νιώθει ανακούφιση όταν το κάνει, κοιτάζει τους Άγγλους χωρίς περιφρόνηση και χωρίς δέος, φεύγει από τη χώρα αμέσως μόλις τελειώσει τις σπουδές του και γυρίζει στα πάτρια, με την πεποίθηση της δυνατότητας να οικειοποιηθεί –ο ίδιος και η χώρα του– τους θεσμούς και τις τεχνολογίες του Βορρά: «Κι εκεί είναι ακριβώς όπως εδώ, ούτε χειρότερα ούτε καλύτερα. Όμως, εγώ είμαι από δω, όπως ακριβώς ο φοίνικας στην αυλή μας που φύτρωσε στο δικό μας σπίτι και όχι σε κάποιου άλλου. Κι επειδή ήρθαν –κι εγώ δεν ξέρω για ποιο λόγο– στην πατρίδα μας, σημαίνει ότι εμείς πρέπει να δηλητηριάσουμε το παρόν και το μέλλον μας; Κάποια στιγμή θα φύγουν από όλες τις χώρες. Οι σιδηρόδρομοι, τα πλοία, τα νοσοκομεία, τα εργοστάσια και τα σχολεία θα είναι δικά μας, κι εμείς θα μιλάμε τη γλώσσα τους δίχως ενοχές κι αισθήματα ευγνωμοσύνης. Θα παραμείνουμε όπως είμαστε, απλοί άνθρωποι, κι αν είμαστε ψέμα, θα είμαστε ψέμα δικής μας κατασκευής».
Ο Μουσταφά Σαΐντ, παρά τις προφανείς διαφορές τους, χρήζει τον αφηγητή υπεύθυνο για την τύχη των παιδιών και της συζύγου του, ως εάν να νιώθει ή να προεξοφλεί τον επικείμενο χαμό του. Σε κάποια πλημμύρα του Νείλου ο Μουσταφά Σαΐντ θα χαθεί – κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Η εξαφάνιση (ή ο πνιγμός του) θα πυροδοτήσουν μια σειρά εξελίξεων που θα φέρουν τον αφηγητή στα όριά του και θα τον αναγκάσουν να συνειδητοποιήσει πόσο άνισα, ασύμμετρα ή προσχηματικά γίνεται η αλλαγή των κοινωνιών και των χωρών, και πως «δεν υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο, ούτε μέτρο».










