Ο μύθος και η μαγεία των (μεσο)δυτικών πολιτειών

Μία από τις γνωστότερες Αμερικανίδες συγγραφείς των αρχών του 20ού αιώνα υπήρξε η Willa Cather (1873-1947). Η συγγραφέας, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος του έργου της ύμνησε τη ζωή απλών ανθρώπων και αποτύπωσε τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πιονιέροι, τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ το 1923. Αν και αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο του αμερικανικού λογοτεχνικού κανόνα, στη χώρα μας υπήρξε σχετικά άγνωστη. Μέχρι πρόσφατα, τα μόνα έργα της που είχαν μεταφραστεί ήταν «Ο θανάσιμος εχθρός μου» (Νεφέλη, 1998) και το «Μια χαμένη κυρία» (Αστάρτη, 1991). Η πρόσφατη έκδοση του «Η Αν-τόνια μου», ενός έργου που θεωρείται από τα κορυφαία της, έρχεται να μας επανασυστήσει την Cather.

Η ιστορία ξεκινά σε ένα τρένο στα τέλη του 19ου αιώνα: είναι το τρένο που μεταφέρει τον δεκάχρονο ορφανό Τζιμ, από τη Βιρτζίνια όπου ζούσε με τους γονείς του, στη Νεμπράσκα όπου ζουν οι παππούδες του. Στο ίδιο τρένο επιβαίνει και μια οικογένεια μεταναστών από τη Βοημία, που θα κατοικήσει πολύ κοντά στη φάρμα όπου ζει πλέον ο Τζιμ και θα αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του αγοριού. Άνθρωποι ταλαιπωρημένοι και άμαθοι στην αγροτική ζωή, δίχως να γνωρίζουν καν τη γλώσσα, ταλαιπωρούνται και υποφέρουν στη νέα τους κατοικία. Η μία από τις δύο κόρες της οικογένειας, η Αν-τόνια, είναι αυτή που μπορεί να χειριστεί λίγο καλύτερα τη γλώσσα και σύντομα γίνεται η αχώριστη σύντροφος του Τζιμ. Όταν αυτός μετακομίζει με τους παππούδες του στην κοντινή πόλη, η τύχη θα τα φέρει έτσι ώστε να ξαναβρεθούν, αφού η κοπέλα θα πιάσει δουλειά ως υπηρέτρια στο διπλανό σπίτι. Σε αυτή την πόλη, η Αν-τόνια, η οποία έχει στερηθεί την τυπική εκπαίδευση, μαθαίνει τη φροντίδα ενός νοικοκυριού, παρακολουθεί την ανάπτυξη της πόλης και εκτονώνει την κοριτσίστικη ενέργειά της χορεύοντας μαζί με τα άλλα κορίτσια –όλα κόρες μεταναστών– που εργάζονται στην πόλη. Ο έρωτάς της για έναν άντρα που την εξαπατά και την εγκαταλείπει έγκυο θα έπρεπε να την καταστρέψει (μην ξεχνάμε ότι η ιστορία τοποθετείται στα τέλη του 19ου αιώνα), αλλά η ίδια καταφέρνει όχι απλά να επιβιώσει αλλά και να προκόψει.

Η αφήγηση ανήκει στον ενήλικα Τζιμ –ο οποίος έχει γίνει μεγαλοδικηγόρος και έχει παντρευτεί μια πλούσια κληρονόμο–, αλλά στα περισσότερα σημεία διατηρεί την αθώα, παιδική (και όχι φυσικά παιδιάστικη) ματιά του αγοριού που μεγάλωσε στη Νεμπράσκα. Μέσα από την αφήγηση της ζωής της Αν-τόνια –και φυσικά της δικής του πορείας δίπλα αλλά και ανεξάρτητα από αυτήν–, ξεδιπλώνεται ολόκληρη εκείνη η περίοδος που οι Ευρωπαίοι μετανάστες προσπαθούν να δαμάσουν την άγρια φύση των μεσοδυτικών πολιτειών, να μάθουν να επιβιώνουν σε αντίξοες συνθήκες με μηδαμινά μέσα και να αποπειρώνται να ενσωματωθούν στη νέα κοινότητα που τους φιλοξενεί. Είναι πιθανό το μυθιστόρημα να έχει στρογγυλέψει λίγο τις αιχμηρές γωνίες του αμερικανικού ονείρου παρουσιάζοντας τις καταστάσεις λίγο πιο εύκολες από αυτό που ήταν, καθώς απουσιάζουν οι αναφορές στην περιθωριοποίηση –κυρίως λόγω της άγνοιας της γλώσσας– ή στον ρατσισμό που υφίσταντο οι μετανάστες. Παρόλα αυτά, δεν παύει να αποτελεί έναν ύμνο στη φύση της Νεμπράσκα και στην αγροτική ζωή, στην προσπάθεια των πιονιέρων να δαμάσουν τη γη και να αντεπεξέλθουν στις συνεχόμενες δοκιμασίες.

Φυσικά, είναι και το πορτρέτο μιας νεαρής κοπέλας που έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει την πατρίδα της και να έρθει σε μια χώρα ξένη όχι μόνο ως προς τη γλώσσα, αλλά και ως προς τη νοοτροπία, τα ήθη και την ίδια τη φύση. Η εξυπνάδα της, η ικανότητά της να προσαρμόζεται και να ξεπερνά όλα τα εμπόδια που η ζωή και οι προσωπικές της επιλογές φέρνουν στον δρόμο της, την καθιστούν έναν αξιομνημόνευτο λογοτεχνικό χαρακτήρα που δικαίως δίνει το όνομά του στο μυθιστόρημα.