Εστίες που σιγοκαίουν κάτω από τις στάχτες της μνήμης
Ο αστροναύτης και ψυχολόγος Κρις Κέλβιν φθάνει στον διαστημικό Σταθμό στον πλανήτη Σολάρις για να συμμετάσχει σε έρευνες μαζί με άλλους επιστήμονες. Με την άφιξή του διαπιστώνει πως τα πράγματα στον Σταθμό δεν πηγαίνουν καλά. Ο Σταθμός μοιάζει ερειπωμένος, ανεξήγητοι ήχοι ακούγονται, οι συνάδελφοί του φέρονται περίεργα, με μυστικοπάθεια.
Οι επιστήμονες έχουν μελετήσει τον Σολάρις για χρόνια, υπάρχει ολόκληρη επιστήμη «σολαρολογία», χιλιάδες σελίδες γραπτών, θεωρίες και μαρτυρίες από τα προηγούμενα ταξίδια στον Σολάρις. Κανείς δεν έχει καταφέρει ακόμα να εξηγήσει τη φύση του ωκεανού που τον καλύπτει. Οι σολαρολόγοι έχουν περιγράψει την τροχιά του Σολάρις, γνωρίζουν πως περιστρέφεται γύρω από δυο ήλιους, τον ερυθρό και τον κυανό, πως εκεί ξημερώνει άρα δυο φορές την κάθε ημέρα, έχουν επινοήσει νέες λέξεις ‒συμμετριάδα, ασυμμετριάδα, μιμοειδές και πολλές άλλες‒ για να αποδώσουν τις κινήσεις του ωκεανού.
Τίποτα από αυτά δεν προετοίμαζε όμως στο ελάχιστο τον Κρις Κέλβιν και τους άλλους δυο αστροναύτες, τον Στράουτ και τον Σαρτόριους, γι’ αυτό που αντιμετώπισαν στον Σολάρις: τις αναμνήσεις τους να ζωντανεύουν. Και μάλιστα όχι όλες, όχι κάποιες τυχαίες, αλλά τις πιο δύσκολες από αυτές, τις βαθύτερα χαραγμένες, εκείνες που τους καθόρισαν. Τις τύψεις και τις ενοχές τους, τα φετίχ, τους ισχυρότερους πόθους τους.
Το Σολάρις φέρει εξωτερικά τα γνωρίσματα ενός μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας, αλλά δεν καθορίζουν αυτά την εντύπωση που προκαλεί στον αναγνώστη. Κι ίσως γι’ αυτό δεν έχει ξεπεραστεί από τον χρόνο, παρότι κυκλοφόρησε το 1961, σε μια διαστημική εποχή (που εξηγεί ίσως την έμπνευση του Λεμ),η οποία απέχει πλέον αρκετά από τη δική μας.
Μιλώντας για τη σολαρολογία, ο Λεμ σχολιάζει γενικότερα την ιστορία της επιστήμης στον εικοστό αιώνα: αποδίδει την άνθηση και παρακμή ενός επιστημονικού κλάδου, τις έριδες που ανακύπτουν, τα συμφέροντα, τις αυξομειώσεις των προϋπολογισμών, τον χωρισμό σε «σέκτες», τη σχεδόν θρησκευτική πίστη στην αλήθεια που θα αποκαλύψει η επιστήμη. Είναι μια πορεία γεμάτη παλινωδίες, και η πρόοδος είναι αργή, ignoramus et ignorabimus (αγνοούμε και θα αγνοούμε), αλλά ακόμα κι έτσι: είναι η φύση του ανθρώπου να αναζητά την αλήθεια, ακόμα κι όταν ξέρει πως δεν μπορεί να τη συλλάβει καθ’ ολοκληρία, ακόμα κι όταν ξέρει πως η προσπάθεια είναι μάταια. Η δε κατάκτηση του διαστήματος είναι ένα πρόσχημα, μια εξαπάτηση του εαυτού μας:
«Ξεκινάμε για το Διάστημα έτοιμοι για όλα: για τη μοναξιά, για τις κακουχίες, για την εξάντληση και το θάνατο.[…] κι όμως, αν το εξετάσουμε πιο προσεκτικά, όλος αυτός ο ενθουσιασμός μας είναι κάλπικος και υποκριτικός. Δεν θέλουμε να κατακτήσουμε το σύμπαν, θέλουμε να επεκτείνουμε τα σύνορα της Γης μέχρι τα όρια του σύμπαντος. […] Το μόνο για το οποίο ψάχνουμε είναι ο Άνθρωπος. Δεν χρειαζόμαστε άλλους κόσμους. Καθρέφτες χρειαζόμαστε».
Το κύριο ενδιαφέρον στο βιβλίο, όμως, είναι η ψυχολογική, υπαρξιακή διάσταση: πώς βεβαιώνεται κανείς για τα όρια της αντίληψής του; Πώς συμφιλιώνεται με το αδιανόητο; Πώς εμπιστεύεται, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, άλλους ανθρώπους με τους οποίους δε μοιράζεται κάποιον δεσμό; Τι μας καθιστά ανθρώπινους; Και ποια είναι η φύση των αναμνήσεων;
Νιώθει κανείς, εδώ στη Γη, κάποιες φορές νοσταλγία, άλλες απόγνωση – ξέροντας πάντοτε πως ό,τι πέρασε πέρασε. Αλλά στον Σολάρις, το θεμέλιο αυτό κλονίζεται. Πώς είναι μια ζωή αν το παρελθόν δεν γίνεται ποτέ παρελθόν και επιστρέφει στο διηνεκές; Πόσες φορές πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει τους φόβους του, τα λάθη του, τον αποχωρισμό; Πώς να ξεφύγει από αυτά; Η διάσταση του χρόνου αλλοιώνεται, διαστρεβλώνεται η έννοια του παρελθόντος, μαζί της και η έννοια του μέλλοντος.
«Ο άνθρωπος έχει ξεκινήσει να εξερευνήσει άλλους κόσμους κι άλλους πολιτισμούς, χωρίς να εξερευνήσει πρώτα τον δικό του λαβύρινθο με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τα μυστικά δωμάτια, χωρίς να βρει πίσω από πόρτες που αυτός ο ίδιος έχει κλειδαμπαρώσει».
Κατά κάποιο τρόπο, ο Λεμ αντιστρέφει αυτό που συμβαίνει στην «Εφεύρεση του Μορέλ» (1940) του Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, όπου ο πρωταγωνιστής μπορεί μόνο να παρατηρεί κάποιες μορφές ολογράμματα ‒πιθανόν αποκυήματα της φαντασίας του, του υποσυνειδήτου του‒ χωρίς όμως να μπορεί ποτέ να τις πλησιάσει, να έρθει σε επαφή με αυτές. Οι κόσμοι της φαντασίας και της πραγματικότητας εκεί παραμένουν για πάντα διαχωρισμένοι – κι αυτό προκαλεί τόση λαχτάρα και τόσο πόνο. Στον Λεμ το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι οι μορφές αυτές εμφανίζονται, ότι ο πρωταγωνιστής δεν μπορεί να πάψει να έρχεται σε επαφή με αυτές. Οι κόσμοι συμπτύσσονται. Αν στον Κασάρες μένει η αίσθηση των βασάνων του Ταντάλου, να μην μπορεί κανείς να πλησιάσει αυτό που φαντάζεται, στον Λεμ μένει η αίσθηση των βασάνων του Σισύφου, να πρέπει κανείς ξανά και ξανά να αντεπεξέλθει στα ίδια πάθη.
Έχοντας περιορίσει τους πρωταγωνιστές του μέσα στον Σταθμό, χωρίς επαφή με κανέναν άλλο εκτός αυτού, και επομένως εκτός του προβλήματος της υλοποίησης των αναμνήσεων, ο Λεμ κάνει την ασφυκτική συνθήκη διπλά αισθητή. Η διέξοδος και η λύτρωση για τον καθένα από τους πρωταγωνιστές του θα είναι μια εντελώς διαφορετική, προσωπική επιλογή.
«Δεν ήξερα τίποτα, επέμενα όμως να πιστεύω ότι δεν είχε παρέλθει η εποχή των αμείλικτων θαυμάτων».
Το Σολάρις έχει γυριστεί ταινία τρεις φορές. Η πρώτη, για τη σοβιετική τηλεόραση, ήταν το 1968, η δεύτερη το 1972 ήταν από τον Ρώσο σκηνοθέτη Αντρέι Ταρκόφσκι και η πιο πρόσφατη, το 2002, είναι αμερικάνικη παραγωγή, με σκηνοθέτη τον Στίβεν Σόντερμπεγκ.










