«Θέλω να πάρεις το βιβλίο σου, να βγεις έξω στο προαύλιο και την επόμενη ώρα να μου πεις ξανά το μάθημα. Εντάξει;» Με αυτή την εντολή, ο κύριος Απόστολος, ο δάσκαλος, σώζει τη ζωή του εντεκάχρονου μαθητή του Ιορδάνη, αφού λίγα λεπτά αργότερα ολόκληρη η βορειοδυτική πλευρά του χωριού, συμπεριλαμβανομένου του σχολείου, καταρρέει μαζί με τρεις από τις στοές του κοντινού ορυχείου. Το σχολείο θάβεται στη λάσπη και μαζί του θάβονται οι δάσκαλοι και όλα τα παιδιά σχολικής ηλικίας του χωριού. Έτσι, ο Ιορδάνης, που στέκεται δίπλα στον πλάτανο και αποστηθίζει το κείμενο για τον Περικλή, απομένει μόνος, το μόνο παιδί στο χωριό Βερτίλι, ένα μικρό ορεινό χωριό με κατοίκους μαθημένους στις δυσκολίες, εξοικειωμένους με τη σκληρή δουλειά και τη σκόνη, αφού οι περισσότεροι δουλεύουν στο ορυχείο. Κι αν τα παιδιά του χωριού χάθηκαν, οι ανθρακωρύχοι γονείς τους σώθηκαν χάρη στην απεργία διαρκείας στην οποία συμμετείχαν.
Ο χήρος πατέρας του Ιορδάνη, ο Μιχάλης, είναι ο πρόεδρος του σωματείου των ανθρακωρύχων, είναι αυτός που πρώτος φτάνει στο σχολείο και αρχίζει να σκάβει με τα γυμνά του χέρια. Και είναι αυτός που θα επιλεγεί από την εταιρεία να κατηγορηθεί ως δράστης της δολιοφθοράς που προκάλεσε την τραγωδία. Φυλακίζεται, βασανίζεται και αναμένει τη δίκη, την οποία ξέρει ότι δύσκολα μπορεί να κερδίσει, σε ένα σκοτεινό κελί με μοναδική συντροφιά έναν δραστήριο αρουραίο. Έτσι, πολύ σύντομα, ο Ιορδάνης δεν είναι μόνο το μοναδικό παιδί του χωριού, αλλά και αυτό που μένει μετέωρο, χωρίς σπιτικό, χωρίς πατρικό στήριγμα, έρμαιο των αποφάσεων τρίτων, και συχνά, εχθρικών προσώπων.
Το Βερτίλι των αρχών της δεκαετίας του 1960 βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της εποχής∙ μιας εποχής ‒όχι τόσο μακρινής και δυστυχώς όχι τόσο διαφορετικής από τη σημερινή‒ που χαρακτηρίζεται από την έντονη ταξική διαστρωμάτωση με τις αντίστοιχες ταξικές αντιπαλότητες, τα πολιτικά μίση και τη διαπλοκή εξουσίας-συμφερόντων. Οι χαρακτήρες της ιστορίας, πρωταγωνιστές και δευτερεύοντες (ο συνδικαλιστής Μιχάλης, ο αριστερός δημοσιογράφος Διονύσης, ο ήπιος δάσκαλος Απόστολος κ.ά.), βλέπουν αποφάσεις να λαμβάνονται ερήμην τους, βασικές αρχές και αξίες να καταπατώνται ανερυθρίαστα και θεσμούς, όπως η δικαιοσύνη, να παραμένουν κενοί νοημάτων. Και να προσπαθούν να παλέψουν, να σωθούν, να επιβιώσουν.
Ο Αλεξίου στήνει μια ιστορία που κινείται σε διπλό επίπεδο. Από τη μία πλευρά δημιουργεί ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, παρουσιάζει σκοτεινές πτυχές της διαπλοκής και της εξαπάτησης του μέσου πολίτη. Παράλληλα, όμως, εξετάζει τις ψυχικές συνέπειες της καταστροφής στον εύθραυστο ψυχισμό του μικρού Ιορδάνη που μέσα σε δευτερόλεπτα γίνεται «το παιδί των όλων» (όπως ονομάζεται το πρώτο μέρος του βιβλίου), που πρέπει να προσφέρει τον εαυτό του ως δώρο στις άδειες αγκαλιές τόσων μανάδων, ενώ παράλληλα παλεύει με τη μοναξιά του, τις αμφιβολίες του για την εμπλοκή του πατέρα του και τα βάσανα που του προκαλεί ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου, διασωθείς επίσης καθώς βρισκόταν κι αυτός έξω από το κτήριο. Ο συγγραφέας προσεγγίζει επιδέξια και τα δύο επίπεδα και δημιουργεί μια αίσθηση προσμονής/αγωνίας σχετικά με την απονομή δικαιοσύνης και την επιστροφή των χαρακτήρων στην ακρωτηριασμένη πια πραγματικότητά τους. Πολύ προσεκτικά ο συγγραφέας αποφεύγει τους μελοδραματισμούς και την εύκολη συγκίνηση και επιμένει στην ουσία των γεγονότων, σε αυτά που αφορούν το κοινωνικό σύνολο.
Το «Άνθρωποι από χώμα» είναι ένα μυθιστόρημα για την ταραγμένη δεκαετία του 1960 που αγγίζει ευαίσθητες χορδές του εξίσου ταραγμένου σήμερα. Γρήγορο, με ιδιαίτερους, και κατά περιπτώσεις εκκεντρικούς, δευτερεύοντες χαρακτήρες, είναι ένα βιβλίο με συνεχώς αυξανόμενη ένταση μέχρι την έκβαση της ιστορίας.










