Οι ιστορίες της Νατάσας Σίδερη στο «Μόνο ζώο» –η πρώτη της συλλογή διηγημάτων «Κυρίαρχοι πονηροί λογισμοί» (Μωβ Σκίουρος, 2018) είχε διακριθεί από την κριτική και είχε λάβει βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του ηλεκτρονικού περιοδικού Αναγνώστης– εκκινούν από βασικές διαφορές του ανθρώπου από τα ζώα όπως παρατίθενται στην αρχή (σαν μότο) κάθε διηγήματος: είναι το μόνο ζώο που «γελάει και κλαίει, επειδή είναι το μόνο ζώο που αντιλαμβάνεται τη διαφορά ανάμεσα στο πώς είναι τα πράγματα και στο πώς θα έπρεπε να είναι» (Ουίλιαμ Χάζλιτ) , που «μπορεί να βαρεθεί» (Έριχ Φρομ), που «κατέχει την Αληθινή Θρησκεία, σε παραπάνω από μία εκδοχές» (Μαρκ Τουέιν). Οι ιστορίες αναπτύσσονται με παιγνιώδη διάθεση: μια οικογένεια επισκέπτεται ένα αγρόκτημα (ή αγροτουριστική μονάδα) και η θεία της οικογένειας παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής («Ξοδεμένη»)∙ «Ο τρίτος Γιάννης» σε μια οικογένεια φιλοδοξεί να επανεισαγάγει τον λύκο στον τόπο καταγωγής του «πρώτου Γιάννη»∙ συνάδελφοι σε εκδρομή με σκοπό να γνωριστούν μεταξύ τους, πέρα από την καθημερινότητα του εργασιακού περιβάλλοντος, διαταράσσουν προσωρινά το φυσικό περιβάλλον, ενώ μία από αυτούς παρατηρεί και στοχάζεται («Κρότων η Ρίκινος»)∙ σε ένα στιγμιότυπο από παραλία (σαν διαδοχικά καρέ ταινίας), δύο πατεράδες πιάνουν απροσδόκητα ένα χταπόδι («Το τέρας»)∙ μία δότρια ωαρίων περιμένει τη σειρά της στο γραφείο του γιατρού («Άπειροι πίθηκοι») ∙ οι (γυναίκες) Εργάτριες κάνουν όλη τη δουλειά για τους (άνδρες) Επόπτες στον καινούριο κόσμο (που δεν διαφέρει και πολύ από τον παλιό) στο παραβολικό (αν μπορούμε να το ονομάσουμε έτσι) «Προς Κέρο».
Η γονεϊκότητα διατρέχει τα διηγήματα. Υπάρχουν παιδιά, μητέρες, εγκυμονούσες∙ αγελάδες που κατεβάζουν γάλα και αποχωρίζονται τα παιδιά τους, θηλυκά τσιμπούρια που γυρεύουν να γονιμοποιηθούν∙ πατεράδες που θέλουν να τους καμαρώσουν τα παιδιά τους (και δευτερευόντως οι σύντροφοί τους). Παιδιά, πολλά παιδιά, που παίζουν, βαριούνται, δημιουργούν με ή χωρίς τη βοήθεια των μεγάλων και μεγάλοι που θέλουν να είναι δίκαιοι και σωστοί και δεν τα καταφέρνουν τόσο…
Τα διηγήματα της Ν. Σίδερη διαβάζονται και σαν παραμύθι: φρέσκα, ευφάνταστα,, φανερώνουν οξυμένη παρατηρητικότητα του γύρω και του μέσα κόσμου, με πλοκή που, όταν ξαφνιάζει, είναι γιατί ο άνθρωπος είναι το «μόνο ζώο» που μπορεί να να επινοεί και να βρίσκει λύσεις, να κτίζει και να χαλάει, να φοβάται και να πιστεύει (σ)τον Θεό (ή «Αυτόν που θέτει») – αλλά και να αγαπάει.










