Στα βάθη

Η Susanne Jansson γεννήθηκε το 1972 στη Σουηδία. Δούλεψε στον χώρο της διαφήμισης (στο Γκέτεμποργκ) και στη συνέχεια σπούδασε φωτογραφία στη Νέα Υόρκη. Μετά την επιστροφή της στη Σουηδία, σπούδασε δημοσιογραφία ενώ ταυτόχρονα δούλευε ως φωτογράφος. Τα τελευταία είκοσι χρόνια συνδυάζει φωτογραφία και δημοσιογραφία με έμφαση σε ρεπορτάζ για το σινεμά, το θέατρο και τη λογοτεχνία. Ζει με την οικογένειά της έξω από το Γκέτεμποργκ.

Ο Μάρτιν ζει με την οικογένειά του, τη σύζυγο και τα δυο παιδιά του, στο παλιό εξοχικό των γονιών του σ’ ένα νησάκι στη Σουηδία. Μια ημέρα έχει μείνει μόνος με τον μεγάλο του γιο, τον Άνταμ. Αφού αγοράσουνε μερικά φαγώσιμα από κατάστημα της περιοχής επιστρέφουν σπίτι. Έχουν κανονίσει να πάνε στην παραλία που βρίσκεται μπροστά από το σπίτι τους. Κι ενώ έχουν τα πράγματα έτοιμα, ο Άνταμ περνάει το κατώφλι της πόρτας, το ίδιο ετοιμάζεται να κάνει και ο Μάρτιν, αλλά εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Μάρτιν σηκώνει το τηλέφωνο και συνομιλεί για λίγο με τον πατέρα του, με τον οποίο οι σχέσεις δεν είναι και οι καλύτερες το τελευταίο διάστημα. Ρίχνει ματιές στον Άνταμ που βρίσκεται έξω από το σπίτι, βλέποντας το χρώμα του μπουφάν του γιου του να χρωματίζει το τζάμι της πόρτας. Όταν ο Μάρτιν κλείνει το τηλέφωνο, βγαίνει έξω, όμως δεν βλέπει τον Άνταμ. Φωνάζει προς κάθε κατεύθυνση, γυρίζει περιμετρικά το σπίτι, δίχως κανένα αποτέλεσμα. Κατεβαίνει στη θάλασσα, κοιτάζει προς πάσα κατεύθυνση, φωνάζει, όμως και πάλι καμία ανταπόκριση. Με τη συνδρομή της αστυνομίας ανακαλύπτεται το κουβαδάκι του Άνταμ να επιπλέει στη θάλασσα. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Άνταμ παρασύρθηκε από τη θάλασσα. Η ημερομηνία είναι 11 Ιανουαρίου.

Η Μάγια Λίντε, πρώην φωτογράφος της αστυνομίας, διαμένει και η ίδια στο νησί. Μόλις μαθαίνει για την εξαφάνιση του αγοριού ξεκινάει τη δική της παράλληλη έρευνα. Η Μάγια συμπαραστέκεται στον Μάρτιν που έχει απομείνει μόνος, τον στηρίζει ψυχολογικά, καθώς η σύζυγος του Μάρτιν με το άλλο παιδί διαμένουν πλέον στους γονείς της. Η Μάγια και ο Μάρτιν ανατρέχουν στην ιστορία του νησιού, διαπιστώνοντας ότι και άλλα παιδιά έχουν εξαφανιστεί ή πεθάνει στο συγκεκριμένο μέρος και μάλιστα, κατοικούσαν στο σπίτι που τώρα μένει ο Μάρτιν. Όμως, υπάρχει και κάτι άλλο ακόμα πιο συνταρακτικό: όλα τα γεγονότα συνέβησαν την ίδια ημερομηνία, 11 Ιανουαρίου.

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα χωρίζεται σε έξι μέρη, τα οποία απαρτίζονται από κεφάλαια. Η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο, ενώ η αφηγηματική οπτική εστιάζει κυρίως στην πλευρά του Μάρτιν και της Μάγια. Η συγγραφέας δεν επικεντρώνεται στην αστυνομική πτυχή της πλοκής, η οποία αποτυπώνεται από το πρίσμα της Μάγια, αλλά εστιάζει στις ψυχολογικές διακυμάνσεις, στις σκέψεις, στο ενδότερο έρεβος του Μάρτιν. Στην πάλη του Μάρτιν να συμφιλιωθεί με το γεγονός, στη σκέψη περί πνιγμού του γιου του ή αντίθετα στην ελπίδα ότι ίσως είναι κάπου ζωντανός, στη διατήρηση της ψυχραιμίας, στην υπέρβαση των ορίων, στο σκοτάδι όπου βυθίζεται σταδιακά.

Και από αυτήν την πλευρά το βιβλίο αποτυπώνει ρεαλιστικά τα σκαμπανεβάσματα μιας προσωπικότητας που φθείρεται εκ των έσω στο πέρας του χρόνου, που παλεύει να δει την αχτίδα φωτός καθώς τον καταπίνει το σκοτάδι. Η συγγραφέας εστιάζει στους χαρακτήρες και δη στον βασικό πρωταγωνιστή και όχι στην πλοκή. Και το κάνει με τρόπο που ο Μάρτιν μοιάζει καθ’ όλα ανθρώπινος, υπαρκτός, καθώς κινείται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής, με πόνο βουβό, με θλίψη καλπάζουσα, με ψυχή θαλασσοδαρμένη.