Περί των ανθρώπων στην εντελώς εγγύς Ανατολή

Δεν υπάρχει εφημερίδα στη Γερμανία που να μην έχει φιλοξενήσει συνέντευξη της Γιούλι Τσέε. Και δεν υπάρχει συνέντευξη της Γιούλι Τσέε που να μην κάνει αναφορά στα βασικά στοιχεία του βιογραφικού της: είναι μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) από το 2017, νομικός, αρθρογράφος, συγγραφέας, και από το 2019 επίτιμο μέλος στο συνταγματικό δικαστήριο του Βραδεμβούργου – κατόπιν πρότασης του SPD. Γεννήθηκε στη Δύση, συγκεκριμένα στη Βόννη, αλλά εδώ και είκοσι χρόνια ζει στην Ανατολή, συγκεκριμένα σε ένα χωριό της «εντελώς εγγύς Ανατολής», κάπου 200 χιλιόμετρα μακριά από το Βερολίνο.

Δεν είναι συνεπώς καθόλου περίεργο που σε όλες τις συνεντεύξεις οι ερωτήσεις που της απευθύνονται περιστρέφονται κατά σύστημα γύρω από το θέμα της ανόδου της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD) στα ομόσπονδα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Εκείνο που μοιάζει περίεργο, ωστόσο, είναι ότι η σοσιαλδημοκράτισσα Τσέε δεν παρέχει απλώς ερμηνεία και κατανόηση του γεγονότος, αλλά και δικαιολόγηση. Και αυτός είναι ο πυρήνας ‒ή τουλάχιστον ένας βασικός άξονας‒ του βιβλίου της Περί Ανθρώπων, που κυκλοφόρησε το 2021 και διαδραματίζεται σε ένα χωριό του Βραδεμβούργου: η κανονικοποίηση της ροπής προς την ακροδεξιά.  Περιέργως, δεν έχω βρει ακόμα κάποια συνέντευξη της Τσέε στην οποία να τη ρωτούν εάν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην κομματική της τοποθέτηση και στα βιβλία της.

Η υπόθεση του μυθιστορήματος είναι απλή: η Ντόρα δεν αντέχει άλλο τη ζωή στο Βερολίνο και αποφασίζει να μετακομίσει με τη σκυλίτσα της στην ύπαιθρο. Αγοράζει ένα παλιό σπίτι σε ένα μικρό χωριό του Βραδεμβούργου και το σκάει ‒στη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού κιόλας, στην πρώτη και πιο σκληρή καραντίνα‒  από το σπίτι που μοιραζόταν με τον φίλο της, ο οποίος με τον καιρό της έχει γίνει ανυπόφορος, εξαιτίας της εμμονής του με την ακτιβιστική δράση κατά της κλιματικής αλλαγής. Στο χωριό η Ντόρα γνωρίζει σιγά σιγά τους γείτονές της, κι όπως συχνά συμβαίνει, κάποιες προκαταλήψεις διαψεύδονται.

Ο γείτονας της διπλανής πόρτας της έχει συστηθεί ως «ο ναζί του χωριού»: τον φωνάζουν Γκότε (Γότθο), και από την αρχή, χωρίς εμφανή λόγο, δείχνει την έννοια του για την Ντόρα, την προμηθεύει έπιπλα, φυτά, της βάφει το σπίτι της. Ο Γκότε έχει ένα κοριτσάκι, τη Φράντσι, που είναι ευτυχισμένο να περνάει τις μέρες της καραντίνας μαζί του, μακριά από τη μαμά, μιας και οι γονείς έχουν χωρίσει.

Λίγο παρακάτω κατοικεί ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι: ο Γκότε στην αρχή αντιδρούσε, μετά τον απείλησαν, κι έτσι, θέλοντας και μη, εξοικειώθηκε με την παρουσία τους. Το ζεύγος Τομ και Στέφεν είναι επιχειρηματίες: φτιάχνουν ανθοσυνθέσεις. Με αυτή τους τη δραστηριότητα τοποθετούνται σε μια ενδιάμεση ζώνη πόλης-υπαίθρου σε επαφή και με τις δύο πλευρές (οι πελάτες στην πόλη, οι καλλιέργειες στην ύπαιθρο), καμιά απομόνωση από το άστυ, λοιπόν, καμιά οπισθοδρόμηση.

Σταδιακά η σχέση Ντόρας και Γκότε, με τη διαμεσολάβηση και της μικρής Φράντσι, γίνεται όλο και πιο στενή: για κάποιο διάστημα η καθημερινότητά της περιστρέφεται γύρω από αυτούς. Ο Γκότε της εξιστορεί την εμπλοκή του με την ακροδεξιά, που ξεκίνησε όταν ήταν ακόμα στην εφηβική ηλικία – γεγονός που φέρνει στην Ντόρα αποστροφή, χωρίς να την απομακρύνει από αυτόν. Ο Γκότε άλλωστε δεν είναι άνθρωπος των λόγων – δε θα μπορούσαμε να περιμένουμε από αυτόν τον χαρακτήρα να μας εξηγήσει γιατί η προσφυγή στη βία, γιατί αυτό το εφηβικό ξέσπασμα διαρκείας τριάντα χρόνων, γιατί πίστεψε πως εκεί βρίσκεται η λύση.

Το μυθιστόρημα της Τσέε είναι λογοτεχνία του σήμερα, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, είναι σαν μυθοπλαστικό ρεπορτάζ, σαν μια μη-αληθινή μαρτυρία. Ο μόνος χρόνος που χρησιμοποιεί η Τσέε σε όλο το βιβλίο είναι ο ενεστώτας – σίγουρα και επειδή αυτό είναι κάτι που η Τσέε (με τη φωνή της πρωταγωνίστριας της, της Ντόρας) θαυμάζει, τη δυνατότητα ορισμένων ανθρώπων να είναι παρόντες και όχι σκόρπιοι, να ζουν στο παρόν, σε ενεστώτα χρόνο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις, που δε μεταφέρεται  στις άλλες γλώσσες:  Übermenschen (μία λέξη) σημαίνει υπεράνθρωποι, Über Menschen σημαίνει σχετικά με τους ανθρώπους/περί ανθρώπων (όπως είναι ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης). Ένα προηγούμενο βιβλίο της είχε τίτλο Unterleuten (φανταστικό όνομα χωριού), προφανώς παραπέμποντας στη φράση unter die Leute, ανάμεσα στους ανθρώπους. Και είναι ευπρόσδεκτο το σταθερό συγγραφικό βλέμμα  στους ανθρώπους. Αρκεί να μη γίνεται αφελές.

ΥΓ: “Ganz naher Osten”, «εντελώς εγγύς Ανατολή» είναι μια στήλη στο γερμανικό περιοδικό Stern, στην οποία ο αρθρογράφος ασχολείται με θέματα των κρατιδίων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.