Μια σημαντική φωνή του 19ου αιώνα
Η Ελίζαμπεθ Γκάσκελ (1810-1865) είναι μια από τις σημαντικότερες Βρετανίδες συγγραφείς του 19ου αιώνα, αλλά δεν έχει τύχει της ίδιας εκδοτικής αναγνώρισης στη χώρα μας όπως άλλες σύγχρονές της συγγραφείς (Αδελφές Μπροντέ, Τζέιν Ώστεν, κ.λπ.), όπως πολύ ορθά σημειώνει στο εισαγωγικό του σημείωμα ο μεταφραστής του μυθιστορήματος Αλέξανδρος Κεφαλάς. Οικοδέσποινα ενός από τα πιο γνωστά φιλολογικά σαλόνια του Λονδίνου και με τη στήριξη του ιερέα συζύγου της Γουίλιαμ Γκάσκελ, δημοσίευσε ανώνυμα το πρώτο της μυθιστόρημα το 1848 (Mary Barton). Ακολούθησε μια σπουδαία λογοτεχνική σταδιοδρομία με έξι μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα, ορισμένα από τα οποία ανήκουν στο είδος του γοτθικού τρόμου που τόσο μεγάλη επιτυχία γνώρισε εκείνη την εποχή.
Το μυθιστόρημα Λαίδη Λάντλοου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1858 στο λογοτεχνικό περιοδικό Household Words του Ντίκενς, ο οποίος ήταν φίλος της Γκάσκελ. Στο μυθιστόρημα η ηλικιωμένη αφηγήτρια Μάργκαρετ Ντάουσον διηγείται τα νεανικά χρόνια που πέρασε ως προστατευόμενη της Λαίδης Λάντλοου στην Έπαυλη Χάνμπουρι λίγο πριν από την περίοδο της Αντιβασιλείας (1811-1820). Η Λαίδη Λάντλοου, το πρόσωπο που κυριαρχεί σε όλη την αφήγηση, χήρα και μητέρα ενός γιου (του μοναδικού που επέζησε από τα εννιά παιδιά που έκανε) που ταξιδεύει στην Ευρώπη είναι ουσιαστικά ο φορέας της τοπικής εξουσίας: σε αυτήν προστρέχουν για συμβουλές και μπορεί με μια μόνο κίνηση του κεφαλιού της να εμποδίσει την πραγματοποίηση οποιουδήποτε σχεδίου. Πιστή στα ήθη και στις αρχές της τάξης της, θεωρεί ότι οι άνθρωποι είναι τοποθετημένοι στην κοινωνία βάσει θεϊκού σχεδίου, συνεπώς οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής των ταξικών δεδομένων τη βρίσκει ολοκληρωτικά αντίθετη. Η προσπάθεια του εφημέριου Γκρέι να ανοίξει ένα κυριακάτικο σχολείο και η άτυπη μόρφωση που παρέχει ο επιστάτης της σε ένα νεαρό, φτωχό αγόρι είναι αρκετά για να της επαναφέρουν δυσάρεστες αναμνήσεις (υπάρχει εγκιβωτισμένη αφήγηση μιας ιστορίας που διαδραματίζεται στη Γαλλία τα χρόνια της Επανάστασης) και να προκαλέσουν την ψυχρότητά της. Η Λαίδη Λάντλοου φαίνεται να αντιπροσωπεύει την τάξη της που προσπαθεί με κάθε τρόπο να προστατευτεί από τις αλλαγές που βλέπει να έρχονται.
Η αφήγηση της Μάργκαρετ έχει μια αίσθηση τρυφερότητας και εκτίμησης προς τη γυναίκα που τη στήριξε όταν αυτή και η οικογένειά της το είχαν ανάγκη (στο πρωτότυπο κείμενο αυτό γίνεται εμφανές ακόμα και από τον τίτλο της ιστορίας, My Lady Ludlow). Με την ίδια τρυφερή ματιά παρουσιάζει και τα άλλα πρόσωπα που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία, ακόμα και αυτά που είναι φορείς των αλλαγών που σύντομα θα γνωρίσει η χώρα (φυσικά, ο σχεδόν μισός αιώνας που μεσολαβεί ανάμεσα στο μυθιστορηματικό παρόν και τη συγγραφή της ιστορίας έχουν παγιώσει μεγάλο μέρος των αλλαγών). Η ίδια η Λαίδη Λάντλοου θα καταλάβει, μέσα από περιστατικά που θα αλλάξουν τη ζωή της, ότι κάποιες αλλαγές είναι αναπόφευκτες και θα τις επιτρέψει, γεγονός που την καθιστά ακόμα πιο αγαπητή στους ανθρώπους που την περιβάλλουν.
Το Λαίδη Λάντλοου είναι ένα μυθιστόρημα για την αρχή της αλλαγής στη βρετανική αριστοκρατία (που εξακολουθεί να τρέμει τις επιπτώσεις της Γαλλικής Επανάστασης), για τη σύγκρουση ανάμεσα στην καθεστηκυία τάξη και τη νέα νοοτροπία της πρώιμης βιομηχανικής περιόδου και όλα αυτά δοσμένα μέσα από μια νότα ανθρωπιάς αλλά και τρυφερότητας, της τρυφερότητας που προκύπτει συχνά από την αναπόληση στιγμών της ζωής που φτάνει στο τέλος της.
Πολύ καλή η εισαγωγή και η μετάφραση του κύριου Κεφαλά, με εξαιρετικά χρήσιμες υποσημειώσεις.










