Ο Εντουάρ Λουί, γεννημένος στη Γαλλία το 1992 με το όνομα Εντύ Μπελγκέλ, σπούδασε κοινωνικές επιστήμες. Το πρώτο του βιβλίο «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και μεταφράστηκε σε πάνω από είκοσι γλώσσες, διασκευάστηκε για το θέατρο, όπως και όλα τα επόμενα έργα του.
Όπως προαναφέρθηκε, τα βιβλία του έχουν μεταφερθεί στα ευρωπαϊκά θέατρα από σκηνοθέτες, όπως ο Τόμας Οστερμάιερ. Έρχεται συχνά στην Αθήνα και δηλώνει ότι άρχισε να γράφει για να μεταφέρει στο χαρτί τα προσωπικά του βιώματα αναζητώντας μια λύτρωση. Σε συνεντεύξεις του αναφέρει ότι κατανοεί τους νέους που έχουν απομακρυνθεί από την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων, καθώς η λογοτεχνία σήμερα δεν συνδέεται άμεσα με την πραγματικότητα. Ο ίδιος επιλέγει τη σύνδεση αυτή στα βιβλία του τα οποία έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.
Στο βιβλίο του «Η Μονίκ δραπετεύει» αναφέρεται στη μητέρα του η οποία είναι μια γυναίκα της εργατικής τάξης από την επαρχία της Βόρειας Γαλλίας. Πολλές γυναίκες βρίσκονται στη θέση της, και βιώνουν τη βία χωρίς να έχουν διεξόδους, αφού οι περισσότερες δεν έχουν δουλειά και κατά συνέπεια χρήματα για να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Αφηγείται την πορεία της μητέρας του η οποία αφού καταφέρνει να ξεφύγει από τον κακοποιητικό πατέρα του και από μια ζωή που της στοίχισε την προσωπική της ελευθερία ( μια ζωή φρόντιζε επτά άτομα, από το πρωί έως το βράδυ σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας και κακοποίησης), καταλήγει στο Παρίσι εγκλωβισμένη πάλι σε μια σχέση κακοποιητική και εφιαλτική. Ωστόσο, με τη βοήθεια του ίδιου, κατορθώνει να δραπετεύσει με επιτυχία και να αρχίσει και πάλι από την αρχή τη ζωή της μόνη της στην επαρχία έξω από το Παρίσι κοντά στην κόρη της. Αυτή τη φορά η ζωή της παίρνει μια ευχάριστη τροπή με την οικονομική και ψυχολογική στήριξη πάντα του Εντουάρ Λουί ο οποίος συναισθάνεται την τραγική μοίρα της μητέρας του και όλων των αντίστοιχων γυναικών. Όταν ανέβηκε σε παράσταση το βιβλίο του «Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας», που αναφέρεται στην ίδια και στα είκοσι ασφυκτικά χρόνια που ζούσε με τον πατέρα του, σε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Γερμανίας στο Αμβούργο, η ίδια ένιωσε να απογειώνεται η διάθεσή της και να νιώθει ότι αξίζει και έχει δικαίωμα σε μια δεύτερη ζωή. Ο ίδιος βοηθάει τη μητέρα του να κάνει μια νέα αρχή και να μπορέσει να νιώσει ικανή και ευτυχισμένη.
«- Από τότε που έγραψες αυτό το βιβλίο έχω αλλάξει ακόμη πιο πολύ» (σελ.133).
«Μέσω εκείνης ανακάλυψα την ευχαρίστηση που σου δίνει το να γράφεις για χάρη κάποιου άλλου, κάποιας άλλης. Έμαθα πόση χαρά γεννά η εξαφάνιση, το σβήσιμο, το γεγονός πως δεν είσαι παρά ένα βλέμμα στην ιστορία ενός πεπρωμένου διαφορετικού από το δικό σου» (σελ. 133).
Το βιβλίο έχει φεμινιστικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία. Απεικονίζει τη ζωή της εργατικής τάξης με τα προβλήματά της. Χρησιμοποιεί συχνά φράσεις κατ’ επανάληψη και έτσι ο λόγος του αποκτά επιτακτικότητα. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από απλότητα, ωμότητα, κίνηση, χωρίς ωραιοποιήσεις, με μια ειλικρίνεια που επιβάλλεται στον αναγνώστη και τον αφοπλίζει. Κάθε λέξη του, κάθε φράση του, κάθε πρότασή του εντυπώνεται στο μυαλό του αναγνώστη και του παρέχει την πλήρη εικόνα των σκέψεων και των συναισθημάτων του συγγραφέα. Να μην παραλείψουμε το θεατρικό στοιχείο που διαποτίζει όλες τις σελίδες του βιβλίου.










