Η Χορτοφάγος και οι ρωγμές μιας βίαιης κανονικότητας

Η Χορτοφάγος της Χαν Κανγκ, μυθιστόρημα το οποίο εκδόθηκε αρχικά στη Νότια Κορέα το 2007 και μετά τη μετάφρασή του στα αγγλικά το 2015 γνώρισε διεθνή καταξίωση, είναι πλέον ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Το 2016 απέσπασε το βραβείο Booker, ενώ το 2024 κατατάχθηκε στα 100 καλύτερα μυθιστορήματα του 21ου αιώνα από τους New York Times.

Τι είναι όμως αυτό που άγγιξε χιλιάδες αναγνώστες και αναγνώστριες στον πλανήτη παρά την ιδιαιτερότητα και τη σκληρότητα της αφήγησης; Γιατί μίλησε σε τόσους και τόσες ένα μυθιστόρημα που συνδέει τη χορτοφαγία με την αντίσταση και με τη διεκδίκηση της προσωπικής αυτονομίας;

Το έργο παρακολουθεί την ιστορία της ΓιονγκΧιε, η οποία στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από βασανιστικά αιματοβαμμένα όνειρα, αποφασίζει να γίνει χορτοφάγος. Όλος o περίγυρός της αντιδρά με αποκρουστική αρνητικότητα που φτάνει στα άκρα, παρεμβαίνοντας με εγκληματικό τρόπο στο σώμα, στην ψυχή και στη ζωή της.

Η συγγραφέας με τρόπο ακραίο περιγράφει πώς μια φαινομενικά ασήμαντη απόφαση, που απλά προσκρούει σε δεδομένες συνήθειες μιας κοινωνίας χωρίς στην πραγματικότητα να την επηρεάζει άμεσα, μπορεί να καταλήξει αφορμή για την πιο αβάστακτη σκληρότητα.

Στα τρία κεφάλαια του μυθιστορήματος αναπτύσσονται τρεις διακριτές, αλλά αλληλένδετες μορφές επιβολής πάνω στο σώμα και στην ψυχή της ηρωίδας, αποκαλύπτοντας σταδιακά το εύρος και το βάθος της καταπίεσης που υφίσταται. Στο πρώτο κεφάλαιο, η επιβολή εκδηλώνεται κυρίως μέσα από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους θεσμούς που τις αναπαράγουν: η πατριαρχία, όπως ενσαρκώνεται στον σύζυγο και τον πατέρα, η πειθαρχία του εργασιακού περιβάλλοντος και οι μηχανισμοί διαπαιδαγώγησης της οικογένειας συγκροτούν ένα πλέγμα ελέγχου που επιβάλλει κανονικότητα, υπακοή και συμμόρφωση. Η ηρωίδα αντιμετωπίζεται όχι ως αυτόνομο υποκείμενο, αλλά ως φορέας ρόλων που οφείλει να υπηρετήσει.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, η μορφή της επιβολής μετατοπίζεται και γίνεται πιο υπόγεια αλλά εξίσου βίαιη: η αισθητική και η πολιτική αναδεικνύονται σε απόλυτες αξίες, μέσα από τις οποίες το σώμα παύει να ανήκει στο ίδιο το άτομο και μετατρέπεται σε αντικείμενο, σε καμβά ή σε σύμβολο. Η επιθυμία για καλλιτεχνική ή ιδεολογική υπέρβαση οδηγεί σε μια νέα μορφή εκμετάλλευσης, όπου το σώμα εργαλειοποιείται και, τελικά, θυσιάζεται στο όνομα μιας «ανώτερης» αναζήτησης.

Στο τρίτο κεφάλαιο, εμφανίζεται μια διαφορετική στάση απέναντι στην ηρωίδα, που φέρει στοιχεία κατανόησης, φροντίδας και συμπόνιας. Ωστόσο, αυτή η πιο ανθρώπινη προσέγγιση αποδεικνύεται ανεπαρκής, καθώς εντάσσεται και αυτή μέσα σε ένα τυποποιημένο και απρόσωπο σύστημα αποκατάστασης, το οποίο αδυνατεί να δει την ηρωίδα πέρα από τα διαγνωστικά και κανονιστικά του σχήματα. Έτσι, παρά την πρόθεση για βοήθεια, το σύστημα αυτό καταλήγει να αναπαράγει την ίδια λογική ελέγχου, οδηγώντας τελικά στην αναπόφευκτη και τραγική κατάληξη.

Κάθε σύστημα έχει τα ερείσματα, τους μηχανισμούς και την ιδεολογική του βάση. Και αντίστοιχα και τα δικά του όρια. Κι εδώ η Κανγκ καταφέρνει κάτι ιδιαίτερα περίτεχνο: παίρνει μια φαινομενικά αδιάφορη επιλογή και, χωρίς να αφήσει να εμφιλοχωρήσουν λογικά άλματα, την ανάγει σε μια αφήγηση για το πώς αντισυμβατικές συμπεριφορές μπορούν να προκαλέσουν φόβο και ακραίες παρεμβάσεις, φέροντας στο προσκήνιο τις αντοχές και τις ρωγμές μιας επιβεβλημένης κανονικότητας.

Παράλληλα, η συγγραφέας πλάθει έναν από τους πιο ιδιότυπους και αινιγματικούς χαρακτήρες της σύγχρονης λογοτεχνίας: μια ηρωίδα που, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει παθητική, σχεδόν άφωνη, αποδεχόμενη αδιαμαρτύρητα όσα της επιβάλλονται. Κι όμως, κάτω από αυτή τη φαινομενική ακινησία υποβόσκει μια ριζική μορφή αντίστασης. Μέσα από την άρνησή της να συμμορφωθεί, να εξηγήσει, να συμμετάσχει, ανατρέπει σιωπηλά τους κανόνες που ορίζουν την ύπαρξή της και γράφει η ίδια το τέλος της ιστορίας της.