Κρυμμένα μυστικά και… Documenta
Δε λες κουβέντα και ο Μάκης Μαλαφέκας μας μεταφέρει στην όχι και τόσο μακρινή, ούτε χρονικά ούτε ψυχολογικά, Αθήνα του 2017. Κρίση, μνημόνιο, καύσωνας, Documenta 14, AirbnB, ρεκόρ τουρισμού και…πολλή τέχνη για τον δρόμο, με αφορμή την κλοπή ενός μικρού πίνακα κατά τη διάρκεια ενός πάρτι στην Ύδρα.
Ο ήρωάς του, Μιχάλης Κρόκος, ένα ιδιότυπο, όπως σε αρκετές περιπτώσεις αστυνομικών μυθιστορημάτων άλλωστε, alter ego του συγγραφέα, είναι ένας κατά λάθος ντετέκτιβ. Η βασική του ιδιότητα είναι εκείνη του συγγραφέα-παρατηρητή, που άλλοτε προσεγγίζει όσα συμβαίνουν γύρω του με μια σχεδόν μπλαζέ αποστασιοποίηση, άλλοτε με γνήσια περιέργεια. Πίσω, όμως, από αυτή τη στάση κρύβεται μια γνήσια έγνοια για τους ανθρώπους γύρω του, που δεν γίνεται εκ πρώτης όψεως αντιληπτή. Δεν επιζητεί τον ρόλο του προστάτη ούτε προκαλεί ο ίδιος την εμπλοκή, στοιχείο που του προσδίδει και την αντιηρωική διάσταση, αλλά όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, επεμβαίνει για να προστατεύσει όσους θεωρεί ότι το αξίζουν.
Το “Δε λες Κουβέντα” είναι το πρώτο βιβλίο μιας τριλογίας (προσώρας) με ήρωα τον συγγραφέα Μιχάλη Κρόκο. (Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Μελάνι). Ακολούθησαν η “Μεσακτή” (2020) και το “Deepfake” (2024), σε καθένα από τα οποία ο Κρόκος γίνεται όλο και πιο σύνθετος, πιο πολιτικός, πιο εμπλεκόμενος.
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής, όμως, αυτού του βιβλίου είναι η Αθήνα. Μια πόλη που οριακά έχει επιβιώσει από τη λαίλαπα της οικονομικής κρίσης, κουβαλώντας τα σημάδια ενός πληγωμένου μεγαλείου, λίγο πριν παραδοθεί στις ορδές τουριστών τα χρόνια που ακολούθησαν.
Μπενάκη, Ασκληπιού, Καλλιδρομίου, Μεθώνης, Φυλής υπό τους ήχους των Faithless με μια υποψία Coltrane, μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που πάλλεται μεταξύ avant garde καλλιτεχνικής χιπστερικότητας, αφιλτράριστης καθημερινότητας επιβίωσης και underground νυχτερινής ζωής, όπου η πολιτική ένταση, το ξενύχτι και η αίσθηση μιας πόλης σε διαρκή μετάβαση και απροσδιόριστη ενέργεια, συνυπάρχουν αδιάσπαστα, σχεδόν φυσικά. Ο συγγραφέας (και ο ήρωας συγγραφέας) παρατηρούν αυτή την κινητικότητα, βυθίζονται στη δίνη της χωρίς να ασκούν κριτική, αν και κάπου εκεί υποβόσκει μια λεπτή ειρωνεία, μια σχεδόν ανεπαίσθητη απόσταση από τα τεκταινόμενα, που αφήνει τον αναγνώστη να διακρίνει πίσω από την επιφάνεια της αφήγησης πολλούς μικρούς προβληματισμούς για το πώς ορίζεται και πορεύεται η σύγχρονη τέχνη, τη σχέση ανάμεσα στην καλλιτεχνική (και συγγραφική) δημιουργία και επιβίωση, τη σύνδεση ανάμεσα στην προσωπική ταυτότητα και τον ρόλο που επιλέγει ή αναγκάζεται να υποδυθεί ο δημιουργός, καθώς και το κατά πόσο η γραφή αποτελεί πράξη αυθεντικής έκφρασης ή μια μορφή αυτοσκηνοθεσίας.
Παράλληλα, το βιβλίο θέτει το ζήτημα της ουσιαστικής επικοινωνίας σε έναν κόσμο γεμάτο φωνές, εικόνες και διαρκή έκθεση. Οι άνθρωποι μιλούν, προβάλλονται και αναζητούν την προσοχή των άλλων, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι επικοινωνούν πραγματικά μεταξύ τους. Η έντονη κινητικότητα που διατρέχει το έργο αφορά, επομένως, όχι μόνο τις κοινωνικές και καλλιτεχνικές σχέσεις, αλλά και τη συνεχή ανταλλαγή λόγων, εντυπώσεων και επιθυμιών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή αποκτά ξεχωριστό βάρος, καθώς άλλοτε εκφράζει αμηχανία ή αδυναμία, άλλοτε συνειδητή αποστασιοποίηση, περισυλλογή ή ακόμη και έναν τρόπο αντίστασης απέναντι στον θόρυβο που κυριαρχεί.
Υπόρρητα, τίθεται και το ζήτημα της ευθύνης του παρατηρητή και της ανάγκης παρέμβασης. Είναι πράγματι τόσο τυχαίος ο τρόπος με τον οποίον ο πρωταγωνιστής εμπλέκεται στην υπόθεση (και σε όσες ακολουθήσουν με τα επόμενα έργα); Είναι η περιπετειώδης φύση του, η αναζήτηση συγγραφικού υλικού ή το νοιάξιμο για τους ανθρώπους με τους οποίους με τον έναν ή άλλο τρόπο έχει συνδεθεί, όσο κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί;
Η απάντηση δεν φαίνεται και τόσο δύσκολη. Γιατί όσο κι αν επιμένει στον ρόλο του παρατηρητή, ο ήρωας μοιάζει να ανακαλύπτει κάθε φορά πως υπάρχουν ιστορίες που δεν αρκεί να τις αφηγηθείς από απόσταση. Κάποτε πρέπει αναπόφευκτα να γίνεις μέρος τους.










