Το σκοτεινό «μυστήριο» ενός γάμου
Ο Αμερικανός συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Κρυμμένες ζωγραφιές» επανέρχεται με ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ που συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με το οικογενειακό δράμα, το οποίο διαβάζεται απνευστί.
Ένας βιοπαλαιστής πατέρας που έπειτα από χρόνια αποξένωσης από την κόρη του λαμβάνει επιτέλους ένα τηλεφώνημα από εκείνην, και μάλιστα για να του ανακοινώσει ότι παντρεύεται και τον θέλει δίπλα της στον γάμο της, δεν μπορεί παρά να είναι ευτυχής. Και παρά το σοκ και τις αρκετές απορίες του όταν μαθαίνει ότι ο μέλλων γαμπρός του είναι γιος ενός δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία (του αφεντικού της κόρης του), στηρίζει την επιλογή της όπως οφείλει ως πατέρας και αποφασίζει να κάνει αυτό ακριβώς που του ζητά, ταξιδεύοντας για το τριήμερο γαμήλιο πάρτι στο πολυτελές κτήμα δίπλα σε μία λίμνη που ανήκει στην οικογένεια του μέλλοντα γαμπρού του. Μαζί του και η αδελφή του, ως θεία της νύφης, καθώς και μία μικρή «απρόσκλητη», ένα ταλαιπωρημένο κοριτσάκι από διαλυμένη οικογένεια το οποίο η αδελφή του φιλοξενεί ως ανάδοχη γονέας.
Φτάνοντας στο ειδυλλιακό ορεινό τοπίο, ο Φρανκ έχει την πρώτη προειδοποίηση ότι το ένστικτό του, πως κάτι δεν πάει καλά σε αυτόν τον γάμο, είναι πιθανόν αληθινό. Ακριβώς όπως σε όλα τα κλασικά θρίλερ, ένας ντόπιος αντιδρά αρνητικά στην παρουσία τους στην περιοχή, αποκαλύπτοντας τη μυστηριώδη εξαφάνιση μιας κοπέλας την οποία η τοπική κοινωνία «χρεώνει» στον νεαρό που πρόκειται να παντρευτεί η κόρη του. Και φυσικά, αυτό είναι μόνο η αρχή… Ψέματα αποκαλύπτονται, μυστικά στοιχειώνουν τα νερά της λίμνης, οι μελλόνυμφοι συμπεριφέρονται επιεικώς αταίριαστα ως προς την ιδιότητά τους, η μητέρα του γαμπρού παραμένει απομονωμένη από τους καλεσμένους λόγω μιας περίεργης «ασθένειας», και όλα αυτά πριν καν αρχίσουν οι φόνοι…
Ο συγγραφέας χτίζει την ατμόσφαιρα αγωνίας και κλιμακούμενης έντασης πάνω σε δύο βασικούς άξονες της αφήγησης. Από τη μία, ευφυώς χρησιμοποιεί περίπου όλα τα «στερεότυπα» ενός κλασικού θρίλερ, από τις μυστηριώδεις προειδοποιήσεις που περισσότερο μπερδεύουν τον ήρωα παρά τον διαφωτίζουν, τους οιωνούς από τα πλάσματα της φύσης έως και το γοτθικό μοτίβο «της τρελής γυναίκας στη σοφίτα». Από την άλλη, αναδεικνύει την πατρική αγάπη ενός γονιού που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να υπερασπιστεί το παιδί του απέναντι σε μια απειλή που δεν γνωρίζει τη φύση της, αλλά το ένστικτό του τού λέει ότι είναι απόλυτα υπαρκτή και άκρως επικίνδυνη.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται βασισμένη σε μία ανατροπή όπου η ατμόσφαιρα χαράς ενός γάμου μετατρέπεται σταδιακά σε έναν σουρεαλιστικό εφιάλτη και ολοκληρώνεται με μία ακόμα μεγαλύτερη ανατροπή, όταν οι πρωταγωνιστές βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αλήθεια τόσο σκληρή, που θα προτιμούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί οι χειρότερες υποψίες τους.
Παρά τη σκοτεινιά της πλοκής, το βιβλίο κλείνει με μια ανάσα αισιοδοξίας: η αγάπη του πατέρα παραμένει ακλόνητη, δεν σταματά να προσπαθεί, ακόμα και όταν όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει, να βοηθήσει το παιδί του. Και επειδή η αγάπη όταν υπάρχει στην ανθρώπινη καρδιά υπάρχει και για άλλους που τη χρειάζονται, η ιστορία κλείνει συγκινητικά, όχι με ένα ευτυχές τέλος, αλλά με μια ελπιδοφόρα αρχή. Και νομίζω ότι το κοινωνικό μήνυμα του βιβλίου είναι ακριβώς το αντίθετο από τη γνωστή (γαμήλια) φράση του τίτλου του: κανείς και για κανέναν λόγο δεν πρέπει να σωπάσει για πάντα – ακόμα και αν δεν καταφέρει να πει την αλήθεια εγκαίρως, πρέπει εν τέλει να πράξει το σωστό.










