Μια ποιητική ματιά σε έναν άγνωστο κόσμο
Ανατολικό Τιμόρ: πιθανόν αρκετοί από εμάς να χρειαστούμε έναν χάρτη για να προσδιορίσουμε σε ποιο ακριβώς σημείο της Ν. Α. Ασίας βρίσκεται αυτό το κράτος και φυσικά θα χρειαστεί να ψάξουμε ακόμα περισσότερες πληροφορίες για την ιστορία αυτού του τόπου που απέκτησε την ανεξαρτησία του μόλις το 2002, έπειτα από σχεδόν τέσσερις αιώνες ως πορτογαλική αποικία (μέχρι το 1975) και έπειτα από περίπου 25 χρόνια ινδονησιακής κατοχής.
Ο Λουίς Καρντόσο (γεν. 1958) γεννήθηκε σε ένα νησί του τότε πορτογαλικού Τιμόρ. Λίγο μετά την Επανάσταση των Γαριφάλων βρίσκεται με υποτροφία στη Λισαβόνα για να σπουδάσει Δασοκομία στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Η ινδονησιακή εισβολή στην πατρίδα του τον βρίσκει στην πορτογαλική πρωτεύουσα όπου οργανώνεται στο Εθνικό Συμβούλιο της Αντίστασης Μαουμπέρε που προσπαθεί να ενημερώσει τον κόσμο για το τι συμβαίνει στο Ανατολικό Τιμόρ. Το Χρονικό ενός ταξιδιού είναι το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε το 1997 και έχει διπλή αξία καθώς φέρνει το Ανατολικό Τιμόρ στον λογοτεχνικό χάρτη και παράλληλα αναδεικνύει τη σημασία του γραπτού λόγου σε μια χώρα που για αιώνες βασίστηκε στην προφορική αφήγηση.
Το βιβλίο ‒αυτοβιογραφία και ποιητική αφήγηση ταυτόχρονα‒ είναι ακριβώς αυτό που σηματοδοτεί ο τίτλος του: είναι ένα χρονικό, αλλά όχι μόνο ενός ταξιδιού∙ πολλαπλά ταξίδια στον χρόνο και σε διαφορετικούς τόπους εξιστορούνται στις 150 σελίδες του. Ένα πέρασμα στο μικρό νησί του Αταύρου (κλασικού τόπου εξορίας στα χρόνια του Σαλαζάρ) όπου έζησε ως παιδί, ένα ταξίδι στο Ντίλι (πρωτεύουσα του Ανατολικού Τιμόρ) όπου πήγε αργότερα για να φοιτήσει στα σχολεία των Ιησουιτών ιεραποστόλων ‒ο μόνος τρόπος για πρόσβαση στην εκπαίδευση‒ και στη συνέχεια ένα μεγαλύτερο ταξίδι στη Λισαβόνα που είναι καταφύγιο και εξορία ταυτόχρονα. Είναι, όμως, και ένα ταξίδι στον χρόνο, στον μυθικό χρόνο με τις δοξασίες των κατοίκων, στον χρόνο που καθορίζεται από την αποικιακή κατοχή, τους εξόριστους από την Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη και τους ιεραποστόλους που προσπαθούν να εδραιώσουν τον καθολικισμό, αλλά και στον χρόνο της εξορίας στη Λισαβόνα όπου η συνάντηση με άλλους εξόριστους γίνεται ο ομφάλιος λώρος που τον συνδέει με τη μακρινή πατρίδα.
Ο αναγνώστης δεν πρέπει να ξεγελαστεί από το μικρό μέγεθος του βιβλίου. Το Χρονικό ενός ταξιδιού είναι ένα απαιτητικό ανάγνωσμα, χρειάζεται συγκέντρωση τόσο εξαιτίας των άγνωστων ονομάτων και όρων που παρατίθενται όσο και εξαιτίας του ιδιαίτερου αφηγηματικού ύφους του συγγραφέα που μεταπηδά γρήγορα από γεγονός σε γεγονός και από ανάμνηση σε ανάμνηση. Ωστόσο η προσπάθεια ανταμείβεται, καθώς ερχόμαστε σε επαφή με έναν άγνωστο κόσμο, πλούσιο σε εικόνες και μύθους, μια προφορική ποιητικότητα και με ενδιαφέρουσα όσο και τραγική ιστορία.










