Ξεκινώντας κανείς την ανάγνωση, στην έκτη σελίδα του βιβλίου, στα στοιχεία της έκδοσης, διακρίνει ανάμεσα στα γεωργιανά γράμματα τον αριθμό 1973: είναι το έτος της έκδοσης του βιβλίου στη Γεωργία. Τελειώνοντας κανείς την ανάγνωση, είναι πλέον βέβαιος: αν ο συγγραφέας ήταν από κάποια χώρα της Δυτικής Ευρώπης, το βιβλίο του θα είχε μεταφραστεί πολύ νωρίτερα στα ελληνικά – όχι πενήντα χρόνια μετά. Μπορεί να λέγαμε γι’ αυτόν πως είναι ο Γεωργιανός Ντύρενματ, με μια πρόζα έτοιμη να γίνει θέατρο, ή ίσως κι ο Γεωργιανός Χάινριχ Μπελ, μ’ αυτή τη σάτιρα που κρύβει πάντοτε αγάπη και ποτέ κακεντρέχεια. Θα τον είχαμε πάντως γνωρίσει στον καιρό του.
Ο Ντοτσανασβίλι γράφει μια νουβέλα – διανοητικό παιχνίδι. Ο ήρωάς του, ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, παραμένει μέχρι το τέλος χωρίς όνομα. Μαθαίνουμε γι᾽ αυτόν πως είναι επαγγελματίας φωτογράφος, πως διαβάζει μυθιστορήματα που γράφτηκαν στους αντίποδες της γης, διαβάζει Βάργκας Λιόσα, διαβάζει Κορτάσαρ, έχει διαβάσει τους κλασικούς Γάλλους, αλλά ξέρει και τους συγγραφείς της Νιγηρίας. Μαθαίνουμε πως έχει αρκετή πελατεία – θα πρέπει να είναι καλός στη δουλειά του–, έχει έναν βοηθό, που αγαπά κι αυτός τη λογοτεχνία, αλλά δεν έχει γυναίκα και παιδιά, έμεινε μόνος στη ζωή, αφού η γυναίκα που αγαπούσε τον άφησε.
«Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε, αλλά όχι, όχι… αυτή πήγε και με αντικατέστησε με αυτόν. Με ό,τι απεχθάνομαι όσο τίποτε άλλο. Με αντικατέστησε με τον αυτάρεσκο και την αυταρέσκειά του…[…] την είδα μια μέρα να βολτάρει, και δίπλα της ήταν ένας άντρας με μια πολύ άσχημη έκφραση στο πρόσωπο, τόσο άσχημη που έμοιαζε με το ρήμα “καταβρόχθισα”».
Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία δεν έχει όνομα, μένει ένας Δον Κιχώτης που ενσαρκώνει το αντίθετο της αυταρέσκειας, ένας αναγνώστης προσώπων και χαρακτήρων. Χωρίς όνομα παραμένει και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο υπάλληλος της κρατικής υπηρεσίας, που συναντά τον φωτογράφο στο πλαίσιο της δημοσκόπησης που του έχουν αναθέσει να διενεργήσει. Ο αφηγητής είναι υπάκουος, καλό παιδί, θα λέγαμε όλοι με συγκατάβαση, θέλει να ευχαριστήσει τον ανερχόμενο αστέρα, τον προϊστάμενό του, δεν είναι χαζός, αλλά κάπως αφελής, βλέπει τα πράγματα, κι όμως του διαφεύγουν. Επιτελεί το καθήκον του με πειθαρχία και προσήλωση: από τη στιγμή που του ανατέθηκε η διενέργεια της δημοσκόπησης με θέμα τις συνήθειες των πολιτών στον ελεύθερο χρόνο (που, επισήμως, το κράτος θέλει να μάθει για να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής τους), όσο κι αν τον δυσχεραίνουν οι απαντήσεις του φωτογράφου, δεν κάνει πίσω. Επανέρχεται στο φωτογραφείο μέχρι να συμπληρωθεί το ερωτηματολόγιο στο σύνολό του. Κι όταν εκείνος πια πιστεύει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο, καλεί τον προϊστάμενό του.
Η συνάντηση του προϊσταμένου, του φιλόδοξου, έξυπνου και καιροσκόπου ανθρώπου που υπηρετεί την κρατική γραφειοκρατία, με τον φωτογράφο, που αδιαφορεί για τη συμβατική καταξίωση, είναι η κορύφωση της νουβέλας: ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία θα δείξει πως είναι το άπιαστο πνεύμα, εκείνος που θα ήταν ελεύθερος και μέσα σε ένα κελί, εκείνος που βλέπει όλα τα δεινά της εποχής, αλλά έχει πίστη στην ανθρώπινη φύση. Ο μεταφραστής του βιβλίου Δημήτρης Τσεκούρας δίνει στο ωραίο επίμετρό του τον τίτλο «Λογοτεχνία είναι το αντίθετο της τρέλας». Και είναι ένας τίτλος που περικλείει την ουσία της νουβέλας.










