Ο ‘Αλντο Καροτενούτο (1933-2005) δεν έχει γνωρίσει στην Ελλάδα την ίδια επιτυχία, όπως ο Ίρβιν Γιάλομ και ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι, αν και τα βιβλία του κινούνται στο ίδιο επιστημονικό πεδίο, πρόκειται δηλαδή για δοκίμια που απευθύνονται στο ευρύ κοινό και αναπτύσσουν ιδέες της ψυχολογίας και ψυχανάλυσης.

Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει ορισμένα μόνο, σχετικά λίγα, από τα πάνω από σαράντα βιβλία που συνέγραψε μεταξύ 1976-2005, με πιο πρόσφατες τις νέες εκδόσεις των έργων του, «Έρως και Πάθος: τα όρια της αγάπης και του πόνου» (2020) και «Η ψυχή της γυναίκας» (2022).

Ο πρωτότυπος τίτλος, «Η ψυχή των γυναικών», στον πληθυντικό αριθμό (l´anima delle donne), είναι πιο πιστός στο περιεχόμενο του βιβλίου από τον ενικό αριθμό της ελληνικής μετάφρασης: ο Καροτενούτο περιδιαβαίνει τις πολλαπλές εκφάνσεις του γυναικείου ψυχισμού, χρησιμοποιώντας ως όχημά του γνωστές μορφές από την ελληνική μυθολογία ‒την Ήρα, την Αφροδίτη, την Άρτεμη, την Περσεφόνη, τη Δήμητρα κ.ο.κ.‒ και από την κλασική γραμματεία (Μήδεια, Άλκηστη, Αντιγόνη, Ιφιγένεια). Ο μόνος μυθολογικός ήρωας αρσενικού γένους που αποτελεί αφορμή για ξεχωριστό κεφάλαιο είναι ο Προμηθέας.

Παρακάμπτοντας τις όποιες αδυναμίες θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς στον συγγραφέα σε επίπεδο έκφρασης (π.χ. ότι ενίοτε πλατειάζει ή την αρκετά συχνή επανάληψη του «όπως είπαμε», «όπως έχουμε ήδη αναφέρει»), στο βιβλίο υπάρχουν πολλές ιδέες που αξίζει να μελετήσει κανείς, οι οποίες όχι μόνο δεν είναι προφανείς (π.χ. στο κλασικό δίλημμα, ανατροφή ή κληρονομικότητα, ο Καροτενούτο προσθέτει τη διάσταση του χρόνου παρατηρώντας πως, «όσο μεγαλώνουμε, η πολιτισμική διάσταση γίνεται επικρατέστερη»), αλλά συχνά έρχονται και σε αντίθεση με ιδέες που κυκλοφορούν ευρέως σε μια ποπ εκδοχή της ψυχολογίας και της κληρονομιάς του Φρόιντ, που δεν ενσωματώνει τίποτα από όσα συνέβησαν στην επιστήμη μετά τον Φρόιντ.

Μια τέτοια ιδέα είναι για παράδειγμα ότι «το βασικό στοιχείο για την ψυχοσωματική μεταμόρφωση είναι η σχέση με τον άλλο. [….] Όταν πρωτοδιατυπώθηκαν παρόμοιες σκέψεις στον κόσμο της ψυχανάλυσης, προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις και έντονη κριτική. Η άποψη ότι αυτό που αναζητούμε δεν είναι τόσο η ικανοποίηση της λίμπιντο, όσο η διαπροσωπική σχέση, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις βασικές αρχές της ψυχανάλυσης. […] Από ψυχολογική άποψη, ο μόνος παράγοντας που έχει πραγματικά τη δυνατότητα να μας κάνει διαφορετικούς είναι ο δεσμός» ‒ μια ιδέα που έρχεται σε αντίθεση με τρέχουσες αντιλήψεις κάποιου είδους βιολογικού ντετερμινισμού, ότι όχι μόνο το πρωταρχικό κίνητρο της δράσης μας είναι η επιδίωξη της ικανοποίησης της λίμπιντο, αλλά και ότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «ερωτικό συναίσθημα» είναι ένα τρικ, ένα καμουφλάζ, μια παγίδα της φύσης, με σκοπό την αναπαραγωγή.

Αντίθετη προς το κοινό αίσθημα που έχει πλέον πλήρως ενστερνιστεί την αυτοσκηνοθεσία ως τρόπο ζωής είναι και η επισήμανση πως η υπέρμετρη προσήλωση στην εξωτερική εμφάνιση πιθανότατα συνοδεύεται από ψυχολογικά προβλήματα, και μάλιστα ότι «από ψυχολογική άποψη, η υπερβολική παραμέληση του εαυτού θεωρείται ισοδύναμη με την υπερβολική επιμέλεια».

Αντιστοίχως, πολύ ενδιαφέρουσα ‒καθώς απέχει από την «κλασική»‒ είναι η ανάγνωση της προσωπικότητας της Αντιγόνης: ο Καροτενούτο διαβάζει την Αντιγόνη ως την κατ’ εξοχήν περίπτωση της γυναίκας που αρνείται και καταστέλλει το διονυσιακό στοιχείο της ζωής, δεχόμενη μόνο το απολλώνιο, ενώ «η ζωή, η πραγματική ζωή, βρίσκεται ακριβώς εκεί, μέσα στο βασίλειο του Διονύσου». Έτσι, σε αντίθεση με τη συνήθη φιλολογική προσέγγιση, ο Καροτενούτο καταλήγει πως «εάν η Αντιγόνη απαρνήθηκε τον Διόνυσο, τότε κι εμείς θα απαρνηθούμε την Αντιγόνη».

Η σημαντικότερη, πιθανώς, ιδέα που διατυπώνει ο Καροτενούτο, είναι πάντως αυτή που αφορά την ίδια την ψυχαναλυτική πράξη ‒ τη φύση της και τους στόχους της. Έχει ιδιαίτερη αξία η επισήμανσή του, πως ο ασθενής δεν είναι ένας γρίφος που ο ψυχαναλυτής πρέπει να βιαστεί να επιλύσει, μη σεβόμενος τους χρόνους του ασθενούς, και πως η νεύρωση είναι κάτι που μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά ‒ είναι το καταφύγιο που βρήκε ο ασθενής σε μια συγκεκριμένη κατάσταση: ο στόχος δεν είναι να συρθεί έξω από αυτό το καταφύγιο, αλλά να μπορέσει να δει τα προβλήματά του στην πραγματική τους διάσταση. Να μην χρειάζεται πια καταφύγιο.