Ταξίδι στην ξένη χώρα της μνήμης

Ο Μπερνάντο Ατσάγα είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα της βασκικής λογοτεχνίας (μαζί με τον Φερνάντο Αραμπούρου), γράφει στη μητρική του γλώσσα τα έργα του και στη συνέχεια τα μεταφράζει ο ίδιος στα ισπανικά. Γεννημένος στο Αστεάσου της Γκιπούθκουα το 1951, έγινε γνωστός στην πατρίδα του το 1988 όταν απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας της Ισπανίας για το μυθιστόρημά του «Ομπαμπακόακ» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εκκρεμές). Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει μια λογοτεχνική διαδρομή που ξεπερνά τα σύνορα της χώρας του και τον φέρνει στο προσκήνιο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«Ο γιος του ακορντεονίστα» είναι η ιστορία δύο φίλων, του Χοσέμπα και του Δαβίδ, δύο παιδιών που μεγάλωσαν στη Χώρα των Βάσκων τις δεκαετίες του ’60 και ’70 και που η ζωή τους καθορίστηκε από την ταραγμένη ιστορία της γενέτειράς τους. Ο Δαβίδ, ο γιος του ακορντεονίστα Άνχελ, στην εφηβεία του ανακαλύπτει ότι ο πατέρας του, με τον οποίο διατηρεί μια ταραγμένη σχέση, πιθανόν να ευθύνεται ή να συμμετείχε στην εκτέλεση συγχωριανών του από τους φασίστες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ακόμα κι αν αυτό δεν μπορεί να το εξακριβώσει, γνωρίζει με σιγουριά ότι οι σχέσεις του με τους εκπροσώπους ή τους συνεργάτες της δικτατορίας του Φράνκο είναι στενές. Η απομάκρυνσή του από τον πατέρα του είναι μονόδρομος∙ προτιμά να περνά τον χρόνο του στο κτήμα του θείου Χουάν ‒του αδερφού της μητέρας του που ζει στην Καλιφόρνια, αλλά έχει ένα κτήμα με άλογα στην πατρίδα του‒ μαζί με τους φίλους του που εργάζονται σε αυτό. Οι απόπειρες των αυτονομιστικών κινημάτων  φτάνουν και στο χωριό του, οδηγούν σε ένα έγκλημα που δεν μπορεί να συγχωρέσει και τον ωθούν στην ενεργή συμμετοχή στον αγώνα, αλλά και στην απογοήτευση, στην απομυθοποίηση προσώπων και καταστάσεων και εν τέλει στη μετανάστευση στην Καλιφόρνια και στο ράντσο του θείου Χουάν.

Ο Ατσάγα δεν επιθυμεί να γράψει ένα τυπικό bildungsroman. Από την έναρξη του μυθιστορήματος ο αναγνώστης γνωρίζει ότι ο Δαβίδ έχει μόλις πεθάνει και ο παιδικός του φίλος, ο Χοσέμπα, παραλαμβάνει το χειρόγραφο που έχει αφήσει γραμμένο στα βασκικά ο Δαβίδ και αναλαμβάνει να το μετατρέψει σε μυθιστόρημα, τόσο για χάρη της οικογένειας του νεκρού που δεν γνωρίζει τη γλώσσα όσο και για να μπορέσει να συμπληρώσει ο ίδιος τα κομμάτια της ιστορίας που πιθανόν ο Δαβίδ αγνοούσε. Το αποτέλεσμα είναι μια γοητευτική αφήγηση από τον Χοσέμπα, μια εγκιβωτισμένη αφήγηση από τον Δαβίδ, μικρά διηγήματα από τον Χοσέμπα και μια σχεδόν ημερολογιακή καταγραφή από τον Δαβιδ, σαν οι δύο φίλοι να συνδιαλέγονται, εξιστορώντας και αποκαλύπτοντας διαδρομές, συμβάντα, προδοσίες και καταλυτικές αποφάσεις. Αυτός ο άτυπος διάλογος προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της ανάπτυξης της προσωπικότητας του Δαβίδ που επέλεξε τη φυγή από τη χώρα του, ενώ ταυτόχρονα καθίσταται εφικτό να παρουσιαστεί η ιστορία  του τόπου του από τη δεκαετία του 1930 και τον ισπανικό εμφύλιο μέχρι και το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο.

Ο συγγραφέας καταφέρνει να χειριστεί εξαιρετικά αυτό το τεράστιο υλικό μιας ολόκληρης ζωής και σχεδόν μισού αιώνα ιστορίας. Επιχειρεί ένα ταξίδι πίσω στο παρελθόν, σε αυτή την ξένη χώρα της μνήμης που πιθανόν όλοι θυμούνται διαφορετικά. Με ματιά ψύχραιμη κοιτάζει προς τα πίσω, χωρίς να δημιουργεί καμία ωραιοποιημένη εικόνα της επαρχιακής ζωής στη Χώρα των Βάσκων, αλλά κυρίως χωρίς να πέφτει στην παγίδα της διαγραφής των δυσάρεστων αναμνήσεων ή στην ηρωοποίηση γεγονότων όπως συχνά συμβαίνει όταν επισκεπτόμαστε το παρελθόν μας. Άλλωστε, είναι αυτά τα σκληρά και δυσάρεστα συμβάντα που οδήγησαν τους δύο βασικούς χαρακτήρες εκεί που βρίσκονται τώρα.

«Ο γιος του ακορντεονίστα» είναι ένα υποδειγματικό μυθιστόρημα, άψογα δομημένο και έξοχα μεταφρασμένο από τον Στράτο Ιωαννίδη.