Η Αν Μπροντέ και η ένοικός της

Πόσο μελάνι έχει χρησιμοποιηθεί για την οικογένεια Μπροντέ και ιδιαίτερα για τις τρεις αδερφές Σάρλοτ, Έμιλι και Αν, οι οποίες με τα μυθιστορήματά τους κατάφεραν όχι μόνο να αντέξουν στον χρόνο, αλλά και να βρουν μια θέση στον, κατά κύριο λόγο, ανδροκρατούμενο βρετανικό (και παγκόσμιο) λογοτεχνικό κανόνα. Η Αν, η μικρότερη από τις τρεις αδερφές Μπροντέ, πέθανε μόλις στα 29 της χρόνια από φυματίωση, αφήνοντας πίσω της δύο μυθιστορήματα: το  Άγκνες Γκρέι (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2024 από τις εκδόσεις Αίολος) και το Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ, το οποίο, παρά το γεγονός ότι έγινε αμέσως εκδοτική επιτυχία, θεωρήθηκε σκανδαλώδες. Μάλιστα, η αδερφή της Σάρλοτ δεν επέτρεψε για αρκετά χρόνια την επανέκδοση του μυθιστορήματος που αρχικά είχε εκδοθεί με το αντρικό ψευδώνυμο Άκτον Μπελ.

Η ιστορία ξεκινά με την απρόσμενη άφιξη μιας μυστηριώδους χήρας και του γιου της στο επί χρόνια ακατοίκητο Γουάιλντφελ Χολ. Η μικρή τοπική κοινωνία αμέσως ενθουσιάζεται καθώς κάτι νέο θα μεταβάλει τη ρουτίνα τους, αλλά η μυστηριώδης Χέλεν Γκρέιαμ δεν είναι αυτό που περίμεναν: απόμακρη, επιφυλακτική και κρυψίνους, προσπαθεί να αποφεύγει τις επισκέψεις και τις φιλίες. Αρκείται στη ζωγραφική (από την οποία βιοπορίζεται) και στη ζωή με τον γιο της. Σύντομα τα κουτσομπολιά για το παρελθόν της αρχίζουν να οργιάζουν, αλλά τίποτα δεν φαίνεται να κάμπτει την προσπάθεια του νεαρού Γκίλμπερτ Μάρκαμ να την κατακτήσει αφού την έχει ερωτευτεί σφοδρά. Όταν, όμως, θα δει τον φίλο του και ιδιοκτήτη του Γουάιλντφελ Χολ μαζί της, θα την κατηγορήσει κι αυτός ανοιχτά και η Χέλεν θα του εμπιστευτεί τα ημερολόγιά της που αφηγούνται την πραγματική της ιστορία.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται νοητά σε τρία μέρη: το πρώτο και το τρίτο μέρος έχουν επιστολική μορφή∙ πρόκειται για τα γράμματα που στέλνει ο Γκίλμπερτ Μάρκαμ στον φίλο του και σύζυγο της αδελφής του Τζακ Χάλφορντ. Τα μεσαίο τμήμα της ιστορίας αποτελείται από τα ημερολόγια της Χέλεν, στα οποία ο αναγνώστης ανακαλύπτει την πραγματική της ταυτότητα και την τραγική ιστορία που κρύβει.

Πρόκειται για την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που ερωτεύεται έναν άντρα με πολλά ελαττώματα και πάθη, τον Άρθουρ Χάντινγκτον, και τον παντρεύεται πιστεύοντας αφελώς ότι με την αγάπη της θα μπορούσε να τον σώσει. Δεν αργεί να ανακαλύψει τη σκληρή του πλευρά, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται περιτριγυρισμένος από τους εξίσου έκλυτους φίλους του. Αλκοολισμός, συνεχείς εντάσεις, μοιχεία, λεκτική και ψυχολογική βία συνθέτουν το σκηνικό του έγγαμου βίου και είναι αυτά που θα ωθήσουν τη Χέλεν να κάνει κάτι αδιανόητο για την εποχή της και την κοινωνική της τάξη: εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία παίρνοντας μαζί της τον γιο της για να τον σώσει από την αρνητική επίδραση του πατέρα του. Διόλου παράξενο, λοιπόν, ότι το μυθιστόρημα προξένησε τόσες αντιδράσεις όταν εκδόθηκε. Όχι μόνο τόλμησε να εκθέσει τις δυσάρεστες και σκληρές σκηνές ενός γάμου, αλλά τοποθέτησε στον πρωταγωνιστικό ρόλο μια γυναίκα που έχει το θάρρος να εγκαταλείψει τον σύζυγό της για να δώσει ένα σωστό μέλλον στον γιο της. Αυτό σίγουρα δεν ήταν εύκολο να το αποδεχθεί η κοινωνία και το αναγνωστικό κοινό της εποχής. Άλλωστε, μέχρι το 1870 που άλλαξε η νομοθεσία, μια σύζυγος δεν είχε δικαίωμα ουσιαστικά σε τίποτα: δεν μπορούσε να έχει δική της ιδιοκτησία, να συνάψει συμβόλαια χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου, να αιτηθεί διαζύγιο ή να αναλάβει την κηδεμονία των παιδιών της. Συνεπώς, η Χέλεν είναι μια φυγάς από τον γάμο και τον νόμο, καχύποπτη με το αντρικό φύλο και επιφυλακτική με όσους θα μπορούσαν να προδώσουν το μυστικό της.

Μέσα από τον εκπληκτικής ομορφιάς λόγο της Αν Μπροντέ (τον οποίο μετέφρασε εξαιρετικά στη γλώσσα μας η Σοφία Αυγερινού που υπογράφει και το ενδιαφέρον επίμετρο) αναδεικνύεται πληθώρα θεμάτων. Φυσικά, κυριαρχούν οι έμφυλες σχέσεις, η οικογενειακή βία και η θέση της  γυναίκας στην κοινωνία της εποχής, θέματα που οδήγησαν στο να θεωρηθεί το έργο της από τα πρώτα φεμινιστικά κείμενα. Η ανάγνωσή του, σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, θα εκπλήξει τον σημερινό αναγνώστη με τη δύναμη του λόγου, το πάθος και την οξυδέρκεια της συγγραφέως του.